Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


Ο Μενέλαος Λουντέμης  (1912 - 22 Ιανουαρίου 1977), κατά κόσμον Δημήτριος (Τάκης) Βαλασιάδης, ήταν Έλληνας λογοτέχνης που γεννήθηκε στο χωριό Αγία Κυριακή της Ανατολικής Θράκης το1912. Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο το εμπνεύστηκε από τον ποταμό Λουδία (Ludias


ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ' ΑΣΤΡΑ


- Το καπάκι του ματιού το ’χει ο άνθρωπος για να σκεπάζει το μάτι του σαν κοιμάται, όχι σαν είναι ξύπνιος! 
- Κι ύστερα, σου λένε, ο άνθρωπος είναι το “ευγενέστερον ζώον”… Ζώον… μάλιστα, αλλά όχι και ευγενέστερον!… Το αγριότερον, μάλιστα!
- Η λακωνικότερη ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των δειλών ανθρώπων. Τους περήφανους τους σέβονται και νεκρούς, τους δειλούς τους σιχαίνονται ακόμη και ζωντανούς. 
-  Ζωντανός θα πει περήφανος! 
- Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;
- Να κοιτάς κατάματα τον αντικρινό σου και να του λες αυτά που θέλεις, και όχι μόνο αυτά “που πρέπει”… είναι κιόλα μια νίκη, μια λύτρωση. 






Ένας άνθρωπος που δίνει στο διψασμένο νερό ποτές δεν είναι κακός.








Στον έρωτα μήπως όλες οι φορές που αγαπούμε δεν είναι πρώτες; Τίποτα δεν είναι γλυκύτερο στον κόσμο από λίγη πικρή ζωή.




Φεύγει, φεύγει το νερό, κι είναι σαν την κηδεία, που δε γυρνά πίσω. Είναι σαν το τουμπελέκι, που δεν αλλάζει σκοπό. Φεύγει και πάει και δεν ξέρει τι θ' ανταμώσει στο δρόμο. Χορταράκια και αγριόμεντες, ψάρια, μπακακούς ή νεροφίδες... Κάποτε περνά ανάμεσα από κάποιο τρύπιο βουνό και κλαίει κρυφά. Πιο κάτω θυμώνει, μα πιο ύστερα πάλι τραγουδά μ' έναν αλησμόνητο σκοπό... Ακου, ποτάμακι νεροκουβαλητή... αν περάσεις πλάι από κανένα μποστάνι, πότισ' το, γιατί οι καρπουζιές πεισμώνουνε, σαν μείνουνε απότιστες, και δεν δίνουνε καρπούζια. Κερνά λίγο και καμιά καλαμποκιά, κερνά τες τις καημενούλες, γιατί είναι πάνω στο γάλα τους, Κερνά και το θεριστή που κάηκαν τα σωθικά του. Στάσου και σε κάτι πεζούλια που πλένουν οι χωριατοπούλες τις φλοκάτες τους και κάνε τους λίγο αφρό, γιατί δεν έχουνε σαπούνι...
Πιο κάτω είναι ο κάμπος. Τα παιδιά τσαλαβουτάνε κι αμολάνε χάρτινα βαρκάκια. Λένε και τραγούδια... άγουρα ακόμη, με αλύγιστες φωνές. Πιο κάτω το ποτάμι ανταμώνει ένα κοιμητήρι και κλαίει. Ύστερα χαϊδολογιέται στη ρίζα ενός γέρου πλάτανου, που λέει παραμύθια στα μωρά των λουλουδιών.
Το τραγούδι του -η μουσική των νερών- δεν τελειώνει ποτέ. Μόνο σταματά στη θάλασσα, σταματά, γιατί δεν έχει πού να πάει, και η γλυκιά μουσική του πνίγεται μες στα μουγκρητά του ωκεανού. Εδώ κάτου το ποτάμι χάνει τη δική του μουσική. Και χάνει και το χρώμα του. Καθώς πρωτομπαίνει στο γιαλό, τα νερά του είναι μαβιά. Ποιος ξέρει γιατί... Και παρακάτω γαλαζόχροσα. Ποιος ξέρει πάλι γιατί.
Ξέρει καλά πως τα νερά στην αρχή είναι γλυκά, μα σιγά σιγά αρμυραίνουν. Σ' όλο το δρόμο μαζεύουν όλο τον ιδρώτα και τα δάκρυα. Κι έχει πολλά ο κόσμος... Κι έχει πιο πολλά η φτωχολογιά του κάμπου...
Η μουσική των νερών είναι λυπητερή. Τέτοια μουσική άκουε απ' την όχθη ένα παιδί που μιλά συχνά με τα ποτάμια.

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Στρατής Τσίρκας – Ακυβέρνητες Πολιτείες

Οι "Ακυβέρνητες Πολιτείες" αποτελούνται από τρεις τόμους: "Η λέσχη" (1961), "Αριάγνη" (1962), "Η νυχτερίδα" (1965). Η λογοτεχνική αυτή τριλογία του Τσίρκα, εξελίσσεται αντίστοιχα στην Ιερουσαλήμ, στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια. Είναι ένα μυθιστόρημα που με αριστοτεχνικό τρόπο περιγράφει μια έντονη ιστορική περίοδο και με ήρωες που κινούνται μέσα στα δρώμενα και τις δραματικές καταστάσεις του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου, σαν να είναι πραγματικά πρόσωπα. Εκείνες τις τραγικές ώρες που η Ελλάδα ζούσε το δικό της δράμα και που ταυτόχρονα επαναπροσδιορίζονταν τα σύνορα και οι τύχες της Ευρώπης, ο Τσίρκας έγραφε τη τριλογία του. Παράλληλα με τα γεγονότα εκείνης της περιόδου, ο συγγραφέας κάνει ένα επικό φλας μπακ και σε άλλες εποχές. Η περίοδος του Μεσοπολέμου είναι μία από αυτές με δραματικές εξελίξεις που τελικά οδήγησαν στο δεύτερο μεγάλο πόλεμο. Οι αναφορές του οδηγούν ακόμα παλιότερα σε ένδοξες προγονικές μνήμες και γεγονότα. Η κορύφωση όμως της ιστορίας, γίνεται με το κίνημα του Στρατού στη Μέση Ανατολή τον Απρίλη του 1944 και τη δραματική καταστολή του. Περιγράφεται τραγικά ο Εμφύλιος Πόλεμος και η μετά τον εμφύλιο εποχή, κυρίως στη Θες/κη ( γ’ τόμος), όπου υπάρχει η κορύφωση της συγκίνησης και η σύνοψη μιας άθλιας περιόδου που εσκεμμένα προκλήθηκε. Η τριλογία αποτελεί ένα ιστορικό χρονικό, σε μυθιστορηματική μορφή, που όμως η παράθεση των χρονικών και ιστορικών στοιχείων είναι ακριβέστατη. Ο συγγραφέας οριοθετεί τους άξονες γύρω από τους οποίους κινήθηκε η ιστορία. Οι ήρωες του εκφράζουν με το καλύτερο τρόπο μια ωμή πραγματικότητα. Διάχυτα όμως στο έργο του, είναι η τρυφερότητα και ο ερωτισμός της πρώτης αθωότητας. Αυτή τη συγκίνηση και τη τρυφερότητα την εναλλάσσει με τη σκληράδα της εποχής και το αναπόφευκτο της ιστορίας που ήδη ήταν προδιαγεγραμμένο. Η φαντασία, λίγο ξεφεύγει από την αλήθεια και αυτό δημιουργεί την αρμονία του ύφους της αφήγησης. Δεν χαρίζεται ο Τσίρκας. Αποδίδει ευθύνες κατά πως πρέπει και δεν διστάζει να αναφέρει πράγματα και γεγονότα, και να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Η πλοκή του έργου είναι συναρπαστική. Από τα βιβλία που πραγματικά αξίζει να διαβαστούν ξανά και ξανά από όλους μας. Είναι ένα μάθημα πραγματικής ιστορίας. ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Μεβλανά - Τζελαλεντίν Ρουμί


Ο Μεβλανά - Τζελαλεντίν Ρουμί (Τζαλάλ Αλ Ντιν Ρούμι) (1207-1273) ήταν Πέρσης ποιητής και δάσκαλος θεολογίας και δικαίου στο Ικόνιο (Κόνια, Τουρκία) με μεγάλη επιρροή στον ιδεολογικό-θρησκευτικό χώρο του Ισλάμ και ιδιαίτερα στον μουσουλμανικό μυστικισμό. Τα σπουδαιότερα έργα του είναι το "Ντιβάν", συλλογή λυρικών ποιημάτων και το "Μεσνεβί" (δίστιχα) που περιέχει 40.000 δίστιχα σε ηθικά και ασκητικά θέματα, μέσα από μυστικισμό και αλληγορίες. Ίδρυσε το Σουφικό τάγμα των (Μεβλεβί Ντερβίς).
Το όνομά του Jalal-Al-Din Rumi προέρχεται από το πλήρες όνομα Jalal al-Din Mohammad Ibn Mohammad Ibn Mohammad Ibn Husain al-Rumi, (Περσικά: مولانا جلال الدين محمد رومي , Τουρκικά: Mevlânâ Celâleddin Mehmed Rumi). Από τους συγχρόνους του, του δόθηκε το όνομα «Μεβλανά» που σημαίνει «ο δάσκαλός μας». Έτσι λοιπόν τον αποκαλούσαν και Μεβλανά Τζελαλεντίν (όπως φαίνεται και στην Τουρκική έκδοση του ονόματός του) ή και Muhammad Balkhī (Περσικά: محمد بلخى ) ("ο Μωάμεθ από το Μπάλκ"), στα πέρσικα. Αναφέρεται επίσης και απλά ως Ρουμί. Το τελευταίο αυτό κομμάτι του ονόματός του, Ρουμί, σημαίνει Ρωμαίος, Ρωμιός, προερχόμενος από την Ρουμ, όπως ήταν γνωστή η Ανατολία (η Ρώμη της Ανατολής)
Γεννήθηκε το 604 έτος Εγείρας (1207/1208 μ.Χ.) στο Μπαλκ (τότε μέρος του Μεγάλου Κορασάν, σημερινό Αφγανιστάν) και πέθανε στο Ικόνιο (σημερινή Κόνια της Τουρκίας) το 1273. Έγραψε τα ποιήματά του στα περσικά και τα έργα του διαβάζονται στο Ιράν και το Αφγανιστάν, όπου μιλιέται η γλώσσα. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αυτοκρατορία των Σελτζούκων και ιδιαίτερα στο Σουλτανάτο του Ρουμ, δηλαδή το Σουλτανάτο των Σελτζούκων του Ικονίου.
Ο Τζελαλεντίν Ρουμί, ανήκε σε μια οικογένεια μορφωμένων θεολόγων, η οποία για να αποφύγει τις επιδρομές των Μογγόλων, εγκατέλειψε την Περσία κι ύστερα από πολλών ετών περιπλάνηση,, έφθασε στο Ικόνιο της Μικράς Ασίας στη χώρα των Ρουμ. Από αυτό πήρε και το όνομα Ρουμί. Το 1231, πέθανε ο πατέρας του και ο Ρουμί τον διαδέχτηκε σαν καθηγητής Θεολογίας στον ''μεντερσέ'' (ιεροδιδασκαλείο) εκεί στο Ικόνιο. Μόνο 24 χρονών και ήδη φημισμένος και γνωστός σε όλους. Γλωσσομαθής, μελετάει Ελληνικά, Εβραϊκά, Αραβικά. Αναλύει και ερμηνεύει του Έλληνες φιλοσόφους και μυείται στις μυστικές διδασκαλίες των Σούφι, μια εσωτερική αναζήτηση και έκφραση του Ισλαμισμού. Είναι όμως ταυτόχρονα και ένας σπουδαίος μαθηματικός και αστρονόμος. Πολύ σύντομα γίνεται ο πνευματικός οδηγός χιλιάδων ανθρώπων που τον αποκαλούν Μελβάνα (δάσκαλο). Παρ' όλα αυτά ο Ρουμί αναζητά ακόμα περισσότερο βάθος στη ζωή του. Σαν γνήσιος Σούφι, αναζητά την απόλυτη ένωση της ψυχής του με το Θεό.
Η διδασκαλία του καλούσε ανθρώπους από οποιαδήποτε πίστη, θεωρώντας ότι ο Θεός Μουσουλμάνων, Χριστιανών και Εβραίων είναι ένας. Η σημασία του Τζελαλεντίν Ρουμί περνά τα σύνορα των χωρών και των εθνοτήτων και έχει επηρεάσει ιδιαίτερα και την Περσική και την Τουρκική λογοτεχνία. Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου.
Ενδεικτικό της επιρροής του Τζελαλεντίν και του σεβασμού που του έτρεφαν και του τρέφουν ακόμη οι Χριστιανοί, είναι η επίσκεψη του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου στο Ικόνιο (Δεκέμβριος 2004) για να λάβει μέρος στους εορτασμούς της 731ης επετείου του θανάτου του Μεβλανά.

Πηγή πληροφοριών ανάρτησης: Βικιπαίδεια

~~~~~~

Ψίθυροι του Αγαπημένου

Δεν μπορώ να κοιμηθώ στη παρουσία σου
στην απουσία σου τα δάκρυα με αποτρέπουν.
Με παρακολουθείς αγαπημένε, κάθε άυπνη νύχτα
και μόνο εσύ βλέπεις τη διαφορά

Κοιτώντας τη ζωή, βλέπω ότι μόνο η Αγάπη
έχει υπάρξει της ψυχής μου σύντροφος
από τα τρίσβαθα της η ψυχή μου φωνάζει
Μην περιμένεις, παραδώσου για χάρη της Αγάπης

Αν δεν μπορείς να μυρίσεις το άρωμα
μην μπεις στον κήπο της αγάπης
Αν είσαι απρόθυμος να γδυθείς,
μη μπεις στο ρεύμα της αλήθειας
Μείνε εκεί που είσαι
Μην έλθεις στο δρόμο μας

Όλος ο χρόνος γύρω από τον αγαπημένο είναι τρελός
Αχτένιστος, άρρωστος από αγάπη και μες τη ντροπή
Δίχως αγάπη δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο η θλίψη
Στην αγάπη...τι άλλο μετρά;

~~~~~~

Το δώρο της Αγάπης

Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ έψαξα για να βρω να σου φέρω ένα δώρο. Τίποτα όμως δεν μου φαινόταν σωστό.
Ποιο είναι το νόημα να φέρεις χρυσάφι στο χρυσωρυχείο ή νερό στον Ωκεανό;
Όλα όσα σκέφτηκα, ήταν σαν αγοράζεις μπαχαρικά στην Ανατολή!!!
Δεν έχει νόημα να σου δώσω την καρδιά και την ψυχή μου, γιατί αυτά ήδη είναι δικά σου......
Έτσι σου έφερα ένα καθρέπτη... Κοίταξε τον εαυτό σου και θυμήσου με....

~~~~~~

Στο κήπο του αγαπημένου

Αγαπημένε μου, γίνε για μένα
σαν τις φλόγες που χορεύουν με τον έρωτα
Πυρά, μες την πυρά...
Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα.

Το κερί μου λιώνει με καημό
κλαίει κέρινα δάκυια
το φυτίλι καίγεται
Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα

Εμείς που βαδίσαμε το μονοπάτι του έρωτα
δεν κλείνουμε μάτι όλη τη νύχτα
Στη μαυρίλα της νύχτας, οι εραστές ξαγρυπνούν
Μην τους μιλάτε για ύπνο
Το μόνο που θέλουν είναι να είναι μαζί...
Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα.

Η ένωση των κορμιών τους,
είναι ένας μανιασμένος ποταμός
που χύνεται κατευθείαν στη θάλασσα
Απόψε το φεγγάρι δίνει φιλιά στ' αστέρια
ό,τι αγγίζω, ό,τι βλέπω γίνεται φωτιά της αγάπης
αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα.....

Χτύπησα τη πόρτα εκείνου που αγκαλιάζει την αγάπη
άνοιξε και με είδε να στέκω εκεί, κι άρχισε να γελάει.
Με τράβηξε μέσα.
Έλιωσα σαν τη ζάχαρη στην αγκαλιά εκείνου του εραστή,
εκείνου του Μάγου του κόσμου...

~~~~

Αγαπημένος

Είμαι τόσο μεθυσμένος
που δεν ξέρω ούτε από που μπαίνω
ούτε από που να βγω.
Έχασα τη γη, το φεγγάρι και τον ουρανό
μη μου βάζεις άλλο κρασί στο κύπελλο,
ρίξτο κατευθείαν στο στόμα μου
γιατί δεν ξέρω πια ούτε που είναι το στόμα μου

Δίχως αγάπη,
όλη η λατρεία είναι ένα ασήκωτο βάρος
ο χορός αγγαρεία,
η μουσική σκέτος θόρυβος.
Όλη η βροχή του ουρανού, ναι πέφτει στη θάλασσα
μα δίχως αγάπη
ούτε μια σταγόνα δεν γίνεται μαργαριτάρι

Μη μένεις κοντά σε θλιμμένο άνθρωπο
στάσου κοντά σ' αυτούς που έχουν Χάρη και Μεγάλη καρδιά
Όταν μπάινεις σ' ένα όμορφο κήπο
μη χάνεις το καιρό σου με τ' αγριόχορτα
μείνε κοντά στο γιασεμί και στο νάρκισσο

Μη σκέφτεσαι
μη χάνεσαι στις σκέψεις σου.
οι σκέψεις σου είναι ένα πέπλο στο πρόσωπο του φεγγαριού
Το φεγγάρι αυτό είναι η καρδιά σου
κι οι σκέψεις την σκεπάζουν
Δίωξτες λοιπόν
άφησέ τες να πνιγούν στα νερά

Ήμουν τυφλός
έκανα ότι μου έλεγαν οι άλλοι
Ήμουν χαμένος
έτρεχα κάθε φορά, όταν με φώναζαν
Κάποτε τους εγκατέλειψα όλους
και τον ίδιο μου τον εαυτό.
Τότε μόνο τους ξαναβρήκα
και τον εαυτό μου μαζί.

Ω, Έρωτα
λένε πως είσαι ανθρώπινος
λένε πως είσαι Θεϊκός
Φαίνεται νάσαι πιο ξακουσμένος
κι απ' τη σφραγίδα του Σολομώντα
Είσαι η ψυχή του κάθε πλάσματος
που σέρνεται στη γη
Αλλά η δική μου η ψυχή σε γνωρίζει
με τον τρόπο που γνωρίζουν μόνο τα πουλιά.

~~~~~

Το σούρουπο ένα φεγγάρι

Το σούρουπο ένα φεγγάρι φάνηκε στον ουρανό
κι ύστερα κατέβηκε στη γη να με κοιτάξει
σαν το γεράκι που κλέβει ένα πουλί στου κυνηγιού την ώρα,
εκείνο το φεγγάρι μ' έκλεψε και χάθηκε στον ουρανό.
Κοίταξα τον εαυτό μου, μα δεν μπορούσα να τον δω
γιατί, σ'εκείνο το φεγγάρι, το σώμα έγινε διάφανο σαν μια ψυχή
οι εννιά σφαίρες χάθηκαν σ' εκείνο το φεγγάρι
και βούλιαξε στη θάλασσα της ύπαρξης μου το καράβι.

~~~~~~

Μέσα απ' την αγάπη

Μέσα απ' την αγάπη, γλυκαίνεται το καθετί πικρό
Μέσα απ' την αγάπη το μπακίρι γίνεται χρυσό
Μέσα απ' την αγάπη το θολό κρασί θα γίνει εκλεκτό
Μέσα απ' την αγάπη ο κάθε πόνος θα γίνει γιατρικό
Μέσα απ' την αγάπη οι νεκροί θ' αναστηθούν
Μέσα απ' την αγάπη οι βασιλιάδες δούλοι θα γεννούν.

~~~~~

Θάνατος μες την αγάπη

Να πεθάνεις! Να πεθάνεις!
Να πεθάνεις μες την αγάπη!
Αν πεθάνεις μες την αγάπη
η ψυχή σου θα αναγεννηθεί

Πέθανε! Πέθανε!
Μη φοβάσαι το θάνατο
αυτών που γνωρίζεις.
Αν πεθάνεις έγκαιρα
θα ζήσεις αιώνια.

Πέθανε! Πέθανε!
σπάσε τις αλυσίδες
που σε κρατούν δέσμιο
στον κόσμο της εξάρτησης

Πέθανε! Πέθανε!
αποχαιρέτα τον θνητό σου εαυτό
για να γίνεις αιώνιος.

Πέθανε! πέθανε!
Βγες απ' αυτό το σύννεφο.
αν ξεγλιστρήσεις απ' το σύννεφο
θα γίνεις η λαμπρή σελήνη.

Πέθανε! Πέθανε!
Άφησε πίσω σου τη βοή και την αντάρα
των υποθέσεων του κόσμου
Μες στη σιγή της αγάπης
θα ανακαλύψεις τη σπίθα της ζωής.

~~~~~

Αδέλφια Μουσουλμάνοι δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν είμαι Χριστιανός ούτε Εβραίος. Δεν είμαι Μουσουλμάνος, ούτε Ινδουιστής. Δεν είμαι Βουδιστής ούτε και Σούφι. Δεν είμαι και διόλου Ζεν. Δεν έχω μια θρησκεία ή παράδοση. Δεν είμαι απ' την Ανατολή μήτε τη Δύση, ούτε από τη θάλασσα, ούτε κι απ' τα βουνά. Δεν είμαι στοιχειωμένος ή αιθέριος, αλλά δεν είμαι ούτε και φυσικός. Δεν είμαι οντότητα και δεν υπάρχω, ούτε σ' αυτόν ούτε στον κόσμο τον επόμενο. δεν έρχομαι από τον Αδάμ και την Εύα ή κάποια άλλη ιστορία. Ο τόπος μου είναι άτοπος, χνάρι δεν έχει το χνάρι μου, Ούτε σώμα, ούτε ψυχή. Ανήκω στον Αγαπημένο (εννοεί το Θεό). Είδα τους δυο κόσμους σ' έναν και γνωρίζω τον πρώτο και τον τελευταίο που αναπνέει με ανθρώπινη πνοή.

~~~~~

Μου φτάνει που σε βλέπω να χαμογελάς
μου φτάνει το τραγούδι που ακούω στον ήχο του ονόματός σου

Το καθαρό του νερό ξέπλυνε την καρδιά μου
δίχως αγκάθια, ανθίζει τώρα η αγάπη μου
ακούω πως υπάρχει μια πόρτα που ανοίγει
από τη μια καρδιά στην άλλη
Αλλά... Αν δεν υπάρχει τοίχος,
πως μπορεί να υπάρχει πόρτα;

Ο Τζελαλεντίν Ρουμί, έγραψε 21.336 διπλούς στίχους. Λίγο πριν πεθάνει είπε...

"....Όταν θα πεθάνω να μη ψάξετε στη γη, μα μέσα στις καρδιές των ανθρώπων..."


ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

'''Τραγούδια του Ελληνικού λούμπεν-προλεταριάτου των αστικών κέντρων'' έγραψε κάποτε για το ρεμπέτικο τραγούδι ο Ολιβιέ Ρεβώ ντ' Αλλόν, στο βιβλίο του ''Η Καλλιτεχνική Δημιουγία και οι Υποσχέσεις της Ελευθερίας''. Η αλήθεια είναι,οτι συγκεκριμένος και αποδεκτός ορισμός του ρεμπέτικου δεν υπάρχει. Καποιοι τα χαρακτηρίζουν απλά τραγούδια,τραγουδισμένα από απλούς ανθρώπους.Ο πιο γοητευτικός ίσως ορισμός δόθηκε δια στόματος Γιώργου Ροβερτάκη (ρεμπέτης). ''Το ρεμπέτικο γράφτηκε από ρεμπέτες για ρεμπέτες. Ήταν εκείνος που έχει ένα σεκλέτι και το'ριχνε έξω''


Ο εννοιολογικός προσδιορισμός της λέξης''ρεμπέτικα'' έχει επίσης πολλές εκδοχές. Η πιο διαδεδομένη είναι οτι προέρχεται από την τούρκικη λέξη''ρεμπέτ''που θα πεί ατίθασος,ανυπόταχτος. Υπάρχει ομως και η άποψη που θέλει τη λέξη να προέρχεται από το ελληνικότατο''ρεμπετός'' που ερμηνεύεται''ο αναιτίως περιπλανώμενος. Ο μποέμ δηλαδή,ο αδιάφορος,ο ξεπεσμένος.Όπως και να'χει το μουσικό αυτό είδος σφράγησε την έκφραση του μουσικού φολκλόρ των αστικών κέντρων κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα ως το 1950-60.



Η περίοδος της γέννησης και της εξάπλωσης του ρεμπέτικου τραγουδιού συμπίπτει με τη φάση της ανάπτυξης της βιομηχανικής κοινωνίας στην Ελλάδα που είχε ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση πληθυσμού γύρω από τα αστικά κένρα. Ειδικότερα, τα τραγούδια αυτά των στρωμάτων που ζούσαν στα πέριξ των αστικών κέντρων ήταν η έκφραση της άμυνάς τους απέναντι στον αποκλεισμό τους από τα κυρίαρχα στρώματα εκείνης της εποχής. Μια προσπάθεια για κοινωνική ταυτότητα, για επιβίωση, για συνέχιση της ύπαρξής τους. Χώρος της αρχικής διαμόρφωσης του ρεμπέτικου ήταν οι φυλακή και ο τεκές.Ο ανερχόμενος όμως καπιταλισμός, στο δρόμο για τη βιομηχανοποίηση, καθώς και το κύμα των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής που προστέθηκε στις τάξεις του''περιθωρίου''της ελληνικής κοινωνίας έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην εξάπλωσή του και σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.




Οι μουσικές ρίζες του ρεμπέτικου ανάγονται στη Βυζαντινή Εκκλησιαστική μουσική και στο δημοτικό τραγούδι της Μ.Ασίας και των νησιών του Αιγαίου. Επίσης έχει δεχτεί επιδράσεις από αραβικούς,περσικούς και ινδικούς μουσικούς ρυθμούς. Ένας Έλληνας μουσικολόγος είπε οτι το πιο σωστό πράγμα που θα μπορούσε να λεχθεί για τα ρεμπέτικα είναι οτι ανήκουν στην ανατολική Μεσόγειο.

Τα ρεμπέτικα τραγούδια δεν βασίζονται σε κλίμακες αλλά σε τροπικούς τύπους.Οι παλιοί μουσικοί χρησιμοποιούσαν τη λέξη''μακάμ'' για τους τύπους αυτούς,αλλά λίγο αργότερα τους έδωσαν το όνομα δρόμοι.Η λέξη ταξίμ εξελληνίστηκε σε ταξίμι,όρος που δηλώνει τις αυτοσχέδιες εισαγωγές των τραγουδιών,όπου ο μουσικός ερευνά το δρόμο που είναι γραμμένο το τραγούδι. Το τραγούδι αρχίζει,ως γνωστόν,με μια εισαγωγή σόλο μπουζούκι και μετά μπαίνει η φωνή και τα άλλα συνοδευτικά όργανα(μπαγλαμαδάκι, κιθάρα, ακορντεόν, δεύτερο μπουζούκι, τουμπερλέκι κ.τ.λ.). Ο οργανοπαίχτης δεν ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες για το μουσικό αυτοσχεδιασμό παρά μονάχα το δρόμο που ο ίδιος έχει διαλέξει.



Μόνο 30 χρόνια βάσταξε η ακμή του καθεαυτού ρεμπέτικου τραγουδιού,όπου διακρίνουμε 3 εποχές:Στη πρώτη δεκαετία κυριάρχησε το σμυρνέικο στυλ και κανείς από τους τότε γνωστούς συνθέτες. Στη δεύτερη περίοδο τα ούτια έδωσαν τη θέση τους στους μπουζουκομπαγλαμάδες και οι σμυρνιές τραγουδίστριες των καφέ αμάν στους σέρτικους τραγουδιστές των τεκέδων.Τότε ήταν που το ρεμπέτικο αποκάλυψε τον αγνό κόσμο του περιθωρίου.Στη δεύτερη και χρυσή περίοδο του ρεμπέτικου δεσπόζει ο σεβάσμιος Μάρκος Βαμβακάρης και δίπλα του ο Τούντας, ο Μπαγιαντέρας, ο Μπάτης, ο Παγιουμτζής, ο Χατζηχρήστος, ο Περιστέρης, ο Παπαϊωάννου.

Τέλος η τρίτη περίοδος είναι η εποχή που ο Τσιτσάνης μας έδωσε τα καλύτερά του τραγούδια,που ο Μάρκος τραγούδησε Τσιτσάνη και ο Χιώτης 'επαιζε μπουζούκι.Ο Βασίλης Τσιτσάνης είναι ο μάγος εκείνης της εποχής,ο οποίος μετέβαλε το ρεμπέτικο σε λαϊκό.

Οι πρώτες εγγραφές σε δίσκους έγιναν στην Αμερική από Έλληνες μετανάστες. Στην Ελλάδα έγιναν το 1922 σε συνθήκες πρωτόγονες. Μέχρι το 1933 η κακή φήμη που είχε αποκτήσει το μπουζούκι απέτρεπε τις δισκογραφικές εταιρείες να γυρίσουν δίσκο με αυτό το όργανο.Ώσπου το μινόρε του Χαλκιά ανέτρεψε όλες τις προκαταλήψεις. Το ρεμπέτικο δεν θα μπορούσε, φυσικά, να μην περάσει από λογοκρισία κατά την περίοδο της Μεταξικής δικτατορίας. Δεκάδες τραγούδια δεν κυκλοφόρησαν. Ήταν ομως γνωστά στα στέκια των ρεμπετάδων και έτσι κάποιοι''έξυπνοι''συνθέτες τους άλλαξαν στίχο και τα πέρασαν στη δισκογραφία ως δικά τους.Η λογοκρισία,πέρα από τη διάλυση που επέφερε στο γνήσιο ρεμπέτικο, είχε ως αποτέλεσμα από το 1936 και μετά οι στίχοι να μιλάνε πια για την αγάπη,τη ζήλεια,τη ξενητειά.Πέρα απ'αυτό τα οργανικά μέρη των τραγουδιών έγιναν πιο μικρά και περιορίστηκε ο αυτοσχεδιασμός των μουσικών. Το ρεμπέτικο έσβηνε.


Η στιχουργός Λίνα Νικολακοπούλου έγραψε για το ρεμπέτικο
Το ρεμπέτικο τραγούδι ενώνει, εκτονώνει, συγκινεί. Πατάει σε δρόμους και κανόνες ρυθμικούς και αρμονικούς που κουβαλούν όλο το καταστάλαγμα ενός ιδιαίτερου και αυθεντικού τρόπου έκφρασης. Πόνος, χαρά, αίσθηση απώλειας, ανάγκη φυγής και διαφυγής, αγώνας της ανθρώπινης ψυχής να αφήσει το στίγμα της σε δύσκολους καιρούς για την ίδια την επιβίωση.

Το Πειραιώτικο Ρεμπέτικο έχει ιδιαίτερο ύφος και ήχο, μιας και παίχτηκε με μπουζούκια και μπαγλαμάδες κατά κύριο λόγο ή και με τη συνοδεία μιας απλής κιθάρας. Όσο για τα λόγια των τραγουδιών, είναι τόσο λιτά, καίρια και ελεύθερα όσο η επιθυμία αυτών που τα έγραφαν να παρηγορηθούν, να διαμαρτυρηθούν, να γιατρευτούν, να γελάσουν και να ξεχάσουν. Τραγούδια που γράφτηκαν με αυθεντικό αίσθημα, πριν καν ανοίξει το εργοστάσιο της Κολούμπια για να τα δισκογραφήσει. Κι όμως για καλή τους και καλή μας τύχη, πρόλαβαν να ηχογραφηθούν και έτσι τα έχουμε στα χέρια μας σήμερα. Τα ψάχνουμε, τα παίζουμε ξανά και κάθε φορά μετράμε τους σύγχρονους εαυτούς μας μαζί τους, προσπαθώντας να καταλάβουμε τι μας δένει με αυτά και τι μας συγκινεί ακόμα τόσο βαθιά.


Στα τέλη του 19ου αιώνα αρκετοί μουσικοί με σπουδές σε ωδεία της Ελλάδας και της Ευρώπης παρακολουθούσαν με μελαγχολία τη μεγάλη επιτυχία και τη λαϊκή αποδοχή των εξ Ανατολής κομπανιών. Ήταν το ξεκίνημα των καφέ σαντούρ, των καφέ αμάν ή των ωδικών καφενείων στην Αθήνα, στον Πειραιά και σε άλλα αστικά κέντρα. Η επιτυχία αυτή φάνηκε να υποχωρεί στις αρχές του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα μετά την άνοδο της αθηναϊκής επιθεώρησης που εμφανίστηκε το 1907. Στις επιθεωρήσεις αυτές πολλοί μουσικοί ευρωπαϊκής παιδείας συνέθεταν νέες μουσικές ή διασκεύαζαν διεθνείς επιτυχίες, προσαρμόζοντάς τες στις ανάγκες της παράστασης. Η μεγάλη αποδοχή των επιθεωρήσεων «φούσκωσε» τα μυαλά πολλών από τους μουσικούς αυτούς, που άρχισαν έναν πόλεμο κατά του «απεχθούς αμανέ» με μια σειρά άρθρων στην εφημερίδα «Αι Αθήναι» το 1911. Εδώ θα πρέπει να επισημανθούν μερικά βασικά γεγονότα που προηγήθηκαν ή λειτούργησαν παράλληλα. Ήδη από την εποχή του κωμειδυλλίου –που προηγήθηκε της επιθεώρησης– εξαίρετοι εκπρόσωποί του έγραψαν τραγούδια γύρω από τη ζωή και τα προβλήματα των λαϊκών τάξεων. Ομοίως, σημαντικοί λογοτέχνες συμπεριέλαβαν στα διηγήματά τους παρόμοια θέματα. Ο ίδιος ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης, «ορκισμένος εχθρός» των ανατολίτικων μελωδιών, συμπεριέλαβε στις αρχές του 20ού αιώνα, στη μουσική του για τις «Εκκλησιάζουσες» της Νέας Σκηνής του Κων/νου Χρηστομάνου, ένα «αμανετζίδικο» τραγούδι και έναν ζεϊμπέκικο χορό. Στο Θέατρο Σκιών, δημοφιλέστερο λαϊκό θέαμα της εποχής, ο διάσημος καραγκιοζοπαίκτης Γιάννης Μώρος εισάγει, το 1905 στον Πειραιά, τη φιγούρα του Σταύρακα, αποτυπώνοντας τους κουτσαβάκηδες, τους μάγκες ή τους μόρτες. Στην Πόλη και στη Σμύρνη αρχίζουν, την ίδια εποχή, οι πρώτες ηχογραφήσεις ελληνικών τραγουδιών, με προτεραιότητα στα λαϊκά τραγούδια των περιοχών αυτών, τα οποία οι Μικρασιάτες Έλληνες θεωρούσαν ως τα «πρώιμα» ρεμπέτικα. Και αφού ηχογραφούνται κυριαρχούν στα μηχανήματα αναπαραγωγής –γραμμόφωνα, μουσικά κουτιά, λατέρνες– και μεταφέρονται ευκολότερα στην κυρίως Ελλάδα.


Τελειώνοντας να επισημάνουμε ότι δυο άνθρωποι στη δεκαετία του 40 βοήθησαν στην εξάπλωση και την αποπεριθωριοποίηση του ρεμπέτικου. Ο Τσιτσάνης και ο Μάνος Χατζιδάκης. Ο πρώτος έγραψε καταπληκτικά τραγούδια και ο δεύτερος, αστός και ο ίδιος, γνώρισε το ρεμπέτικο στους αστικούς κύκλους, που κυριολεκτικά εισέβαλαν στη λαϊκή ταβέρνα

Επιμέλεια ανάρτησης: Άννα Γαλανού