Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

ΜΑΝΟΣ ΛΟΙΖΟΣ


Ο δρόμος του είχε τη δική του ιστορία… και η μπογιά δεν ξεβάφει με τα χρόνια... 
Χαριτολογώντας έλεγε, πως αν έχει  κέφι, άνετα θα μπορούσε να μελοποιήσει ακόμα και τηλεφωνικό κατάλογο! Οι μεγάλοι άνθρωποι πάντα βρίσκουν ουσία εκεί που κανείς άλλος δεν μπορεί να το φανταστεί.

Η έλλειψη του Μάνου Λοΐζου, είναι εμφανέστατη εδώ και πολλά χρόνια, από το 1982 που πέθανε. Θα ήταν διαφορετική η μουσική εξέλιξη των πραγμάτων στην Ελλάδα, αν ζούσε ο Μάνος Λοΐζος. Δεν ήταν ένας απλός συνθέτης, ούτε ένας τραγουδοποιός, ούτε ένας μουσικός, ούτε ένας στιχουργός… Ήταν όλα μαζί!
Οραματιστής της μουσικής, πρωτοπόρος και άνθρωπος που δεν έβαζε ποτέ ταμπέλες στο τραγούδι, κάτι που έγινε μετά το θάνατό του. Οι ποιοτικοί και οι έντεχνοι από δω… και από την άλλη μεριά όλοι οι υπόλοιποι. Αυτό δυστυχώς έγινε και επέτρεψε, κατά τη γνώμη μου, στους διάφορους να δημιουργήσουν αποκλεισμούς σε πολύ καλούς καλλιτέχνες και αξιολογότατες φωνές, να δώσουν μεγάλη αξία και δημοσιότητα σε φτηνά τηλεοπτικά προϊόντα και να δημιουργήσουν ένα μεγάλο χάσμα, κάτι σαν μουσικό ρατσισμό. Χωρίς αυτό βεβαίως να σημαίνει, ότι στις μουσικές σκηνές που τραγουδούσαν οι  ‘’ποιοτικοί’’ καλλιτέχνες το μπουκάλι το ουίσκι, ήταν πολλές φορές ακριβότερο από ότι στα καθαυτό μπουζούκια!!!

''Είμαι της γνώμης πως ο Λοΐζος, θα έπαιρνε θέση σε όλο αυτόν το τραγέλαφο, μιας και είχε αποδείξει πως γιαυτόν η μουσική είναι είτε καλή, είτε κακή, και τα περί έντεχνου και ατέχνου ήταν απλά φούμαρα! Το καλό τραγούδι ήταν πάντα το ζητούμενο γιαυτόν.'' 


Το είχε αποδείξει άλλωστε με όλη του τη μουσική πορεία. Το πασίγνωστο ‘’ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας’’, ‘’η δουλειά κάνει τους άντρες’’, ‘’Καράβια μου αλήτες’’, ‘’Ο φαντάρος’’, ‘’Δεν θα ξαναγαπήσω’’, ‘’Το λεβεντόπαιδο‘’, Τέλι τέλι τέλι’’, ‘’Ο καφενές’’, ‘’Όταν κλαίει ένας άντρας’’, ‘’Ήλιε μου σε παρακαλώ’’, λαϊκά τραγούδια… και είναι δικά του, όπως δικά του είναι και ο ‘’Τσε Γκεβάρα’’, ‘’Σεβάχ ο θαλασσινός’’, ‘’Η πιο όμορφη θάλασσα’’, ‘’Ο στρατιώτης’’, ‘’Ο γέρο-νέγρο Τζιμ’’, ‘’Πρώτη Μαΐου’’, ‘’Χαράματα Ομόνοια’’,‘’Ο μέρμηγκας’’, ‘’Όπως ο Κερέμ’’, ‘’Φοβάμαι όλα αυτά’’ και άλλα πολλά, μετονομαζόμενα αργότερα από άλλους σε έντεχνα. Για τον Μάνο ήταν όλα παιδιά του, όλα τα αγαπούσε και τα τιμούσε στις συναυλίες του.

 Ένα μεγάλο κενό άφησε πίσω ο χαμός του. Δυσαναπλήρωτο κενό, που δεν μπόρεσε να το γεμίσει κανείς. Η προσφορά του στη μουσική, το ήθος του σαν άνθρωπος και το ταξιδιάρικο και πάντα ονειροπόλο ύφος του, κανείς μας δεν το ξέχασε, κι ούτε πρόκειται.


Πέθανε νέος, πάρα πολύ νέος, μόλις 45 χρονών, και άφησε πίσω του, μια τεράστια μουσική παρακαταθήκη, …τέτοια που άλλοι δεν θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ακόμα και αν είχαν δέκα ζωές. 


Ο Μάνος Λοΐζος θέλοντας και μη σε κάνει να σκέφτεσαι περισσότερο, να ταξιδεύεις σε απέραντες θάλασσες, να ονειρεύεσαι άστρα χρωματιστά και να αγωνίζεσαι για τις καλύτερες μέρες. Απλά, χωρίς φωνές και υστερίες, είχε το χάρισμα να σου βγάζει ένα δράμι παραπάνω από τη κρυμμένη δύναμη της ψυχής σου!
Ο Μάνος Λοΐζος αποτελεί ένα μεγάλο διαμάντι της Ελληνικής Μουσικής… 
Δισκογραφία:
1966 – Αυτό τ’ Αγόρι, Σαββατόβραδο, Πως τον αγαπώ
1967 – Η δουλειά κάνει τους άντρες
1968 – Ο σταθμός
1970 – Θαλασσογραφίες
1971 – Ευδοκία
1971 – 0 Μέτοικος
1972 – Νάχαμε τι νάχαμε
1974 – Καλημέρα ήλιε
1974 – Τα τραγούδια του δρόμου
1974 – Η ατίθαση
1975 – Τα νέγρικα
1976 – Τα τραγούδια μας
1979 – Πρώτες εκτελέσεις
1979 – Τα τραγούδια της Χαρούλας
1980 – Για μια μέρα ζωής
1981 – Τα τραγούδια της χθεσινής μέρας
1982 – Φοβάμαι
1983 – Γράμματα στην αγαπημένη
1984 – Μεγάλες στιγμές
1984 – Τα μεγάλα τραγούδια
Μετά το θάνατό κυκλοφόρησαν:
1985 – Ο δρόμος του Μάνου
1985 - Αφιέρωμα από το Ολυμπιακό Στάδιο
1992 – Οι μπαλάντες του Μάνου
1995 – Κάτω από ένα κουνουπίδι
1997 – Ενθύμιο τρυφερότητας
2002 – Εκτός σειράς. 40 σκόρπιες ηχογραφήσεις
2002- Τα τραγούδια του Σεβάχ
2007 – Αφιέρωμα στο Μάνο Λοΐζο 
Κείμενο και επιμέλεια: Άννα Γαλανού 
(πηγή: Βικιπαίδεια)

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

ΠΟΛΙΤΙΚΗ κουζίνα


(Bir tutam baharat – μια πρέζα μπαχάρι) 
ΠΟΛΙΤΙΚΗ κουζίνα

Είναι μια βιωματική ταινία από τον σκηνοθέτη Τάσο Μπουλμέτη παραγωγής του 2003 με μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα

 Η ταινία αποτελεί σταθμό για το σύγχρονο Ελληνικό κινηματογράφο, μιας και πραγματεύεται με τον καλύτερο και πλέον αντικειμενικό τρόπο τα γεγονότα που σημάδεψαν μια ταραγμένη περίοδο ανάμεσα στις δυο χώρες ( Ελλάδα και Τουρκία). Ψύχραιμα και χωρίς μελοδραματισμούς αναφέρεται στις ανθρώπινες σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους της ίδιας Πόλης, της Κωνσταντινούπολης, και στα προβλήματα που προέκυψαν όταν οι Έλληνες εγκατέλειψαν την Πόλη τους, μπροστά στα διλλήματα μιας αδιέξοδης ζωής εκεί, αλλά και στα προβλήματα προσαρμογής τους όταν ήρθαν στην Ελλάδα. «Οι Τούρκοι τους έδιωξαν ως Έλληνες και οι Έλληνες τους υποδέχτηκαν ως Τούρκους.
Ο τίτλος της ταινίας στην Ελλάδα αναφέρεται με τη πρώτη λέξη ΠΟΛΙΤΙΚΗ με κεφαλαία γράμματα και κουζίνα με μικρά, ακριβώς για να τονίσει τη διπλή έννοια του. Ο τίτλος παραπέμπει στην πολιτική, μιας και τα γεγονότα που αναφέρεται η ταινία είναι πρωτίστως πολιτικά.
Παράλληλα με γλαφυρό τρόπο και χωρίς να καταφεύγει στο μελό, η ταινία περιγράφει τις ανθρώπινες σχέσεις, τον έρωτα, το θάνατο, τον καημό, την επιστροφή, τις κοινωνικές σχέσεις και τη μαγεία της Πόλης.

"Μικρή περίληψη της υπόθεσης"
Ο πρωταγωνιστής της ταινίας Φάνης Ιακωβίδης (τον υποδύεται ο Γιώργος Χωραφάς), καθηγητής αστροφυσικής στην Αθήνα, περιμένει τον παππού του από την Κωνσταντινούπολη, τον οποίο έχει να δει από την παιδική του ηλικία. Αρχίζοντας προετοιμασίες για την υποδοχή του προσκαλεί όλους τους φίλους του παππού του και ετοιμάζει μια σειρά από πιάτα Πολίτικης κουζίνας.
Μια ξαφνική αρρώστια όμως του παππού, δεν θα του επιτρέψει να ταξιδέψει στην Αθήνα. Ο καθηγητής τότε θα αποφασίσει να πάει εκείνος στην Κωνσταντινούπολη για να τον συναντήσει και να θυμηθεί ξανά τα χρόνια που έζησε εκεί με τους γονείς του, τους οποίους ενσαρκώνουν οι Ιεροκλής Μιχαηλίδης και Ρένια Λουιζίδου.

Εκεί επιστρέφουν όλες οι ευχάριστες αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, οι δυσάρεστες του διωγμού και της απέλασης, αλλά και ο πρώτος έρωτας της ζωής του, η Σαϊμέ, που υποδύεται η Τουρκάλα ηθοποιός Μπασάκ Κοκλούκαγια (Başak Köklükaya).
Η Ευανθία Ρεμπούτσικα ντύνει μουσικά την ταινία με ένα  μαγικό τρόπο και οι τραγουδιστές Dilek koç, Νατάσσα Θεοδωρίδου και ο ψάλτης Γιώργος Ρεμπούτσικας την απωγειώνουν.
Η ταινία δέχθηκε εξαιρετικές κριτικές, τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε άλλες χώρες στις οποίες προβλήθηκε. Στην Ελλάδα σημείωσε τεράστια εισπρακτική επιτυχία, ξεπερνώντας τα 1.250.000 εισιτήρια στις αίθουσες προβολής, αναδεικνύοντάς την ως μία από τις πιο εμπορικές ελληνικές ταινίες όλων των εποχών.
Απέσπασε 8 βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 2003: Καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, φωτογραφίας, σκηνογραφίας, μουσικής επένδυσης, ήχου και μοντάζ, ενώ υπήρξε την ίδια χρονιά η επίσημη ελληνική υποβολή για το βραβείο Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.
Πηγή πληροφοριών: Βικιπαίδεια
Επιμέλεια κειμένου, βίντεο: Άννα Γαλανού

Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

Μπουλγαρί - Στέλιος Φουσταλιεράκης - Φουσταλιέρης

Μπουλγαρί, ονομάζεται στην Κρήτη ένα όργανο που ανήκει στην οικογένεια του ταμπουρά, μοιάζει μορφολογικά με το αραβικό σάζι, έχει μικρό αχλαδόσχημο κυρτό ηχείο, μακρύ λεπτό χέρι, κινητούς μπερντέδες και τρεις διπλές χορδές. Η χρήση του στη Κρήτη πιθανολογείται από τα μέσα του 18ου αιώνα. Xρησιμοποιήθηκε (και χρησιμοποιείται), κυρίως, στην απόδοση των ταμπαχανιώτικων τραγουδιών που ακούγονταν στα αστικά κέντρα της Kρήτης (Xανιά, Pέθυμνο και Hράκλειο) τα χρόνια του Mεσοπολέμου (1920-1940) και στα οποία συνδυάζεται η κρητική μουσική, η μικρασιάτικη και το ρεμπέτικο τραγούδι. Κυριότερος εκπρόσωπός του θεωρείται ο Ρεθεμνιώτης Στέλιος Φουσταλιεράκης (Ρέθυμνο 1911-1992)




«Εγώ λεφτά δεν έκαμα από το μπουλγαρί μου,
έκαμα φίλους μπιστικούς και το 'χω σε τιμή μου.»

Ο Στέλιος Φουσταλιεράκης ή Φουσταλιέρης γεννήθηκε στις 19 Ιουνίου του 1911 στο Ρέθυμνο. Πήρε το όνομα του πατέρα του, που σκοτώθηκε σε ατύχημα προτού αυτός γεννηθεί. Πηγαίνει μέχρι την τρίτη Δημοτικού σε νυχτερινό σχολείο, μαθαίνει όμως και την τέχνη του ρολογά. 13 χρονών με την πρώτη του πληρωμή και τη μεσολάβηση του πατριού του αγοράζει το πρώτο μπουλγαρί του.
«Την εποχή αυτή το Ρέθυμνο ήταν γεμάτο από μπουλγαριά. Κάθε ταβέρνα είχε κι από ένα. Εκεί πήρα τα πρώτα μου ακούσματα. Έβλεπα τους άλλους που παίζανε και –στο λόγο της αντρικής μου τιμής - έκλαιγα!…».
Δυο χρόνια αργότερα, μόλις 15 χρονών, συμμετείχε στο πρώτο του γλέντι ως οργανοπαίχτης με το συγκρότημα του θείου του Αντώνη Καρεκλά, ονομαστού λυράρη της εποχής του. Έτσι με τα πρώτα ακούσματα από τις ταβέρνες του Ρεθύμνου και τη συνεργασία του με τον Καρεκλά, ο Φουσταλιέρης αρχίζει σιγά-σιγά να παίζει με το μπουλγαρί του απ’ όλα: συρτό, πεντοζάλια, πηδηχτά καστρινά, ταξίμια καθιστικά «αχόρευτα, της ταβέρνας, της παρέας», ακόμη και ρεμπέτικα.
«Ο Καρεκλάς ... συχνά «αλάφρωνε» το δοξάρι και άνοιγε δρόμο για να περνάω εγώ μπροστά. Σιγά - σιγά πήρα δρόμο, πετάχτηκα, έφυγα, απομακρύνθηκα από τη λύρα κι έκανα δικιά μου κυβέρνηση, δικό μου συγκρότημα!...».
Συνεργάστηκε και με άλλους λυράρηδες όπως το Σοφοκλή Παπατζανή, το Γιώργο Πατεράκη, το Γιουλούντα και πολλούς άλλους ακόμα. Το 1930, αγόρασε το δεύτερο μπουλγαρί του που δεν το αποχωρίστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του:
«…εγώ το ’χω από τρίτο χέρι και τό ’χω 52 χρόνια...»     
Το 1934 ο Στέλιος Φουσταλιέρης φεύγει από την Κρήτη. Στον Πειραιά έπιασε αρχικά δουλειά σα βοηθός σε ρολογάδικο. Στο καφενείο του Μπάτη στην πλατεία Καραϊσκάκη, γνωρίζεται με όλα τα μεγάλα ονόματα του ρεμπέτικου όπως το Μάρκο Βαμβακάρη, τον Παναγιώτη Τούντα, το Γιάννη Παπαϊωάννου, το Στράτο Παγιουμτζή, τον Μπαγιαντέρα, τον Τσιτσάνη κ.ά.
Την ίδια εποχή μπαίνει και στη δισκογραφία και συνεργάζεται με τον Αντώνη Καρεκλά, τον επίσης Ρεθυμνιώτη Γιάννη Μπερνιδάκη (ή Μπαξεβάνη όπως έμεινε γνωστός), τον Κώστα Καρίπη, το Στέλιο Χρυσίνη το Βαγγέλη Φραγκιαδάκη, το Στελλάκη Περπινιάδη κ.ά.
Μεταπολεμικά αν και συνεχίζει τη συνεργασία του με τον Μπερνιδάκη, και για πολλά χρόνια παραμένουν αχώριστοι και στο πάλκο και στα πανηγύρια, ηχογράφησε μόνο τρεις δίσκους, με το Θεοχάρη Ζωγράφο και το Γιώργο Τζιμάκη στο τραγούδι. Από το 1937 που επέστρεψε στο Ρέθυμνο και μέχρι το 1992 που πέθανε ο Στέλιος Φουσταλιεράκης ζούσε συνδυάζοντας πάντοτε τις δύο μεγάλες του αγάπες: Την τέχνη του ρολογά και το μπουλγαρί.
Πηγή: Βικιπαίδεια -  http://rebetiko.sealabs.net/wiki/mediawiki/index
Επιμέλεια ανάρτησης: Άννα Γαλανού

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ - ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ

                                       Θα πενθώ πάντα - μ' ακούς; - για σένα,
                                   μόνος, στον Παράδεισο


                                             
                             
                                                   ΙΙΙ


Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά... κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ, να σε πηγαίνω
Μεσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές
της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δένδρα με αράχνες που ασημίζουνε


Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το ''τι'' και το ''ε''
τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς, το φως και η σκιά


Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεγμένο μουράγιο και η λάμψη πάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα 
και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ...
Πάντα εσύ το νόμισμα
κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει.


Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή


Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες τους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
να φωνάζω από σένα και να με κτυπά η φωνή  μου
να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ - ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ

                                         


                                           - V -
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους
Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
~~~~~~
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για μένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
~~~~~~
Πιο δω, πιο κει, προσεκτικά σ' όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
~~~~~~
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου βυθού
Μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό, 
τις κίτρινες δαντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω από τις πλάκες της αυλής
Με τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
~~~~~~
Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη, την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες τις ερημιές, τα ερειπωμένα σπίτια.
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια
~~~~~~
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
που διώχνω μέσα μου, αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονών
το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.