Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ - ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ

Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό. Βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα… μα ο ήλιος βασίλεψε.


Τρόμαξα, είδα για πρώτη φορά πόσο δημιουργική είναι η επέμβαση του ανθρώπου και πόσο μεγάλη η ευθύνη του. Αν η πραγματικότητα δεν παίρνει τη μορφή που θέμε, εμείς φταίμε. Ό,τι δεν πεθυμήσαμε αρκετά, αυτό το λέμε ανύπαρκτο. Πεθύμησέ το, πότισέ το με το αίμα σου, με τον ιδρώτα και τα δάκρια, και θα πάρει κορμί. Η πραγματικότητα τίποτ’ άλλο δεν είναι η υποταγμένη στην πεθυμιά μας και στον πόνο μας χίμαιρα.
Η καρδιά μου πήρε να κτυπάει για τους ανθρώπους που πεινούν και αδικούνται, δεν βαστούν πια και κάνουν έφοδο. Όλο μου το Κρητικό αίμα οσμίστηκε θαρρείς επανάσταση κι άρχισε να χοχλάζει. Είδα πάλι μπροστά μου τους αιώνιους αντίμαχους, τη Λευτεριά και τη Σκλαβιά, και μέσα μου τινάχτηκε η Κρήτη κι έσυρε φωνή.
Ετούτη ήταν η Κραυγή που περίμενα ν’ ακούσω; Μπορεί! Στις κρίσιμες στιγμές της ζωής μου πάντα τινάζεται μέσα μου η Κρήτη και σέρνει φωνή.
Ένα δειλινό κουρασμένος από τα φριχτά οράματα της μέρας, σκυμμένος στο τραπέζι μου, ξεφύλλιζα ένα βιβλίο για την τέχνη της Αναγέννησης, για να ξεχάσω το τι είδα κι άκουσα και πόνεσα, γυρίζοντας σήμερα από το πρωί. Πιότερο κι από το κρασί κι από τον έρωτα, πιο ύπουλα κι από την ιδέα, η τέχνη μπορεί να μαυλίσει τον άνθρωπο και να τον κάμει να ξεχάσει. Μετατοπίζει το χρέος, μάχεται να μετατρέψει το εφήμερο σ’ αιώνιο και να μετουσιώσει σε ομορφιά τον πόνο του ανθρώπου.
Τι πειράζει πως η Τροία γίνηκε στάχτη και σκοτώθηκε ο Πρίαμος κι οι γιοί του; Και τι ωφέλεια θα ‘χε ο κόσμος και πόσο θα φτώχαινε η ψυχή του ανθρώπου αν η Τροία εξακολουθούσε να ζει ευτυχισμένη και έρχουνταν ο Όμηρος να μετατρέψει τη σφαγή σε αθάνατους δεκαεξασύλλαβους; Ένα άγαλμα, ένας στίχος, μια τραγωδία, μια ζωγραφιά… Να τα ανώτατα τρόπαια που έστησε ο άνθρωπος πάνω στη γη.
Τ’ ανώτατα, και τα πιο επικίνδυνα για τον καθημερινό πόνο του ανθρώπου. Καταφρονάς τις μικρόχαρες καθημερινές έγνοιες για το ψωμί κι ακόμα για τη δικαιοσύνη, και ξεχνάς πως τούτες είναι οι ρίζες που θρέφουν το αθάνατο λουλούδι.
Είχαν δίκιο οι πρώτοι Χριστιανοί να μη θεν να ζωγραφίσουν την Παναγία όμορφη… γιατί μαυλισμένος από την ομορφιά της, ξεχνάς πως είναι η μάνα του Θεού.

Υπάρχει τίποτα αληθινότερο από την αλήθεια; Ναι, το παραμύθι. Αυτό δίνει νόημα αθάνατο στην εφήμερη αλήθεια. Όλες μου οι περιπλανήσεις τώρα αρμονίζουνταν κι έσμιγαν. Συμπυκνώνουνταν σ’ ένα μονάκριβο ταξίδι, που κάτεχε από πού ξεκινούσε και γιατί ξεκινούσε και που πήγαινε. Κι ο κάθε σταθμός του δεν ήταν χωρίς νόημα, ιδιοτροπία της τύχης, παρά εφαρμοζόμενο σχέδιο της Μοίρας. Μια κόκκινη γραμμή είχαν γίνει όλα μου τα ταξίδια, που κίνησε από τον άνθρωπο κι ανηφόριζε να φθάσει στο Θεό – Θέλω να πω στην Ανώτατη κορφή της Ελπίδας.
Όλο αγωνίες, εφιάλτες και ρωτήματα η νιότη μου, όλο μισερές αποκρίσεις η αντρίκεια μου ηλικία. Κοίταζα τα άστρα, κοίταζα τους ανθρώπους, κοίταζα τις ιδέες… Τι χάος! Κι ανάμεσά τους τι αγωνία να κυνηγάς το Θεό, το γαλάζιο πουλί με τα κόκκινα νύχια! Έπαιρνα ένα δρόμο, έφθανα στην άκρα του, άβυσσος. Γύριζα τρομαγμένος πίσω, έπαιρνα άλλο δρόμο, στην άκρα του πάλι άβυσσος. Ξανάρχιζε η φυγή κι η καινούρια πορεία, κι άξαφνα ξεχάσκιζε πάλι μπροστά μου η ίδια άβυσσος. Όλοι οι δρόμοι του νου έφερναν στην άβυσσο. Πανικός κι ελπίδα οι δυο πόλοι όπου περιστρέφουνταν μέσα στον αέρα η νιότη μου κι η αντρίκεια ζωή μου. μα τώρα στα γεράματα, στέκουμε ομπρός στην άβυσσο άφοβα, δεν φεύγω πια, δεν εξευτελίζουμε πια. Όχι εγώ, ο Οδυσσέας που πλάθω. Τον δημιουργώ ν’ αναντιάζει με γαλήνη την άβυσσο, και δημιουργώντας τον μάχουμαι να του μοιάσω. Δημιουργούμαι κι εγώ. Μπιστεύουμαι στον Οδυσσέα αυτό, όλες μου τις λαχτάρες. Είναι το καλούπι που σκαλίζω για να χυθεί ο μελλούμενος άνθρωπος. Ό,τι λαχτάρισα και δεν μπόρεσα, αυτός θα μπορέσει. Ξόρκι που σαγηνεύει τις σκοτεινές και φωτερές δυνάμεις που δημιουργούν το μελλούμενο. Καλομελέτα κι έρχεται. Έρχεται ποιος; Ο δημιουργούμενος Οδυσσέας. Είναι αυτός, το Αρχέτυπο. Η ευθύνη του δημιουργού είναι μεγάλη, ανοίγει δρόμο που μπορεί να μαυλίσει το μελλούμενο και να το κάμει να πάρει απόφαση.
Ξέρω καλά πως ο θάνατος δεν νικιέται. Μα η αξία του ανθρώπου δεν είναι η Νίκη, παρά ο αγώνας για τη Νίκη. Και ξέρω ακόμα ετούτο, το δυσκολότερο: Δεν είναι ούτε ο αγώνας για τη Νίκη… Η αξία του ανθρώπου είναι μία μονάχα, ετούτη: Να ζει και να πεθαίνει παλικαρίσια και να μην καταδέχεται αμοιβή. Κι ακόμα ετούτο, το τρίτο, ακόμα πιο δύσκολο: Η βεβαιότητα πως δεν υπάρχει αμοιβή, να μην σου κόβει τα ήπατα παρά να σε γεμίζει χαρά, υπερηφάνεια κι αντρεία.
Αποσπάσματα από το βιβλίο του Ν. Καζαντζάκη - Αναφορά στο Γκρέκο