Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Χαλίλ Γικιμπράν

Το έθνος να λυπάστε  από ''Ο κήπος του προφήτη'' - 1923

Το έθνος να λυπάστε,
αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.
Ψωμί αν τρώει, αλλά όχι απ’ τη σοδειά του,
κρασί αν πίνει αλλά όχι από το πατητήρι του.

Το έθνος να λυπάστε,
που δεν υψώνει τη φωνή, παρά μονάχα στη πομπή της κηδείας.
Που δεν συμφιλιώνεται, παρά μονάχα μέσ’ τα ερείπιά του,
που δεν επαναστατεί, παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα.

Το έθνος να λυπάστε,
που έχει αλεπού για πολιτικό,
Απατεώνα για φιλόσοφο
μπαλώματα κι απομιμήσεις είναι η τέχνη του.

Το έθνος να λυπάστε,
που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους…

Ο Χαλίλ Γκιμπράν (1883-1931) είναι γνωστός ως Αθάνατος Προφήτης. Γεννήθηκε στο Μπσαρί του Λιβάνου. Ταξίδεψε στη Συρία και στο Λίβανο, όπου και επισκέφτηκε όλους τους ιστορικούς τόπους γεμάτες με τα ερείπια των αρχαίων πολιτισμών, Ασσυρίων, Σουμερίων, Βαβυλωνίων και εντρύφησε στη φιλοσοφία τους. Ο Χαλίλ Γκιμπράν ήταν ποιητής, επαναστάτης και ένθερμος αγωνιστής των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Μέσα από τα βιβλία και την ποίηση του, θίγει ένα μεγάλο προβληματισμό ακουμπώντας σε πολλά θέματα. Έζησε για ένα διάστημα στο Παρίσι, όπου σπούδασε στη Σχολή καλών Τεχνών και τα τελευταία χρόνια της ζωής του έζησε στη Νέα Υόρκη.  Πέθανε μόλις 48 ετών και τα βιβλία του είναι από τα πλέον πολυμεταφρασμένα στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου.
Υπάρχει κάτι στη ζωή μας, που είναι ευγενέστερο και ανώτερο από τη δόξα. Και αυτό το ‘’κάτι’’ είναι η μεγάλη πράξη που επικαλείται τη δόξα. Αισθάνομαι μέσα μου μια κρυμμένη δύναμη που επιθυμεί να καλύψει τη γύμνια της, μ’ ένα όμορφο ρούχο από μεγάλες πράξεις. Αυτό με κάνει να αισθάνομαι ότι ήρθα σ’ αυτό τον κόσμο, για να γράψω τ’ όνομά μου με μεγάλα γράμματα, πάνω στο πρόσωπο της ζωής.
Επιμέλεια κειμένου: ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ
Πηγή: Βικιπαίδεια

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ - ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ


Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού,
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ' ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεββάτι κοντά στα κυπαρίσσια 
και τα μαλλιά σου χρυσά...
Τ' άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ' άστρο ο Αλντεμπαράν.

Κράτησα τη ζωή μου, κράτησα τη ζωή μου 
ταξιδεύοντας ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές, φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους ... Βραδιάζει...

Κράτησα τη ζωή μου...
στ' αριστερό μου χέρι μια γραμμή, μια χαρακιά στο γόνατό σου,
τάχα να υπάρχουν στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού;
τάχα να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς, καθώς ακούω 
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή;

Τα πρόσωπα που βλέπω δεν ρωτούν
μήτε η γυναίκα περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά...
Μελανιασμένες λαγκαδιές, ο χιονισμένος κάμπος...
Τίποτα δεν ρωτούν...
Μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια, 
μήτε τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν,
κι οι δρόμοι...

Κράτησα τη ζωή μου, ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογισθώ...
Ψίθυροι, σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη

σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας ΕΥΤΥΧΙΑ. 

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ' τον πάγο, το χαμογέλιο της θάλασσας, τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες, τις φλέβες εκείνες που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα
κι αυτός ο άνθρωπος που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.

Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που σ' αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου μέσα στον άδειο κήπο
στάλες στην ακίνητη δεξαμενή, 
βρίσκοντας ένα κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του...
δένδρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει, δεν έχει αλλαγή, 
όσο γυρεύεις να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια,
εκείνους που έφυγαν, εκείνους που χάθηκαν μέσα στον ύπνο  
τους πελαγίσιους τάφους, 
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων 
εκεί που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος, και φτεροκόπησε η καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή...

Κράτησα τη ζωή μου
Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων...
Επιφάνεια 1937 - Γιώργος Σεφέρης