Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Χαλίλ Γκιμπράν


Ο έρωτας

Σαν ο έρωτας σε μαγέψει ακολούθησε τον,
όσο κι αν οι δρόμοι του είναι τραχιοί κι απότομοι.
Κι όταν οι φτερούγες του σε τυλίξουν, γείρε πάνω του,
όσο κι αν το σπαθί που κρύβει στο φτέρωμά του μπορεί να σε πληγώσει
Κι όταν σου μιλάει πίστεψε τον,
όσο κι αν η φωνή του γκρεμίζει τα όνειρά σου,
όπως ο βόρειος άνεμος το κήπο σου κουρσεύει.

Γιατί όσο κι αν ο έρωτας σε στολίζει, άλλο τόσο σε σταυρώνει.
Όσο κι αν σε βοηθάει ν’ ανθίσεις, τόσο από την άλλη κλαδεύει τα κλωνιά σου.
Όσο κι αν σκαρφαλώνει ψηλά για να σε φθάσει,
τα τρυφερά κλαδιά σου, που λικνίζονται στον ήλιο να χαϊδέψει,
έτσι ως τις ρίζες σου θα κατέβει να τις ταρακουνήσει
καθώς αγκιστρωμένες είναι μες το χώμα…

Κι αν μες το φόβο σου γύρευες από τον έρωτα μόνο γαλήνη κι ηδονή
τότε είναι καλύτερα τη γύμνια σου να κρύψεις
και να περάσεις μακριά από του έρωτα τ’ αλώνια…
Να βγεις στο δρόμο που δεν έχει εποχές...
Εκεί που θα γελάς, μα θα ‘ναι το γέλιο μισερό
Εκεί που θα κλαις, μα θα ‘ναι λειψά τα δάκρια σου

Ο πόνος

Και μια γυναίκα μίλησε και είπε:  Μίλησέ μας για τον Πόνο. 
Και κείνος αποκρίθηκε: 
Ο πόνος σας είναι το σπάσιμο του όστρακου που περικλείει τη γνώση σας. 
Όπως το τσόφλι του καρπού πρέπει να σπάσει, για να βγει η καρδιά του στο φως του ήλιου, έτσι κι εσείς πρέπει να γνωρίσετε τον πόνο. 
Κι αν θα μπορούσατε να κρατάτε πάντα στη καρδιά σας το θαυμασμό για τα καθημερινά θαύματα της ζωής σας, ο πόνος τότε δε θα σας φαινόταν λιγότερο θαυμαστός από τη χαρά σας. 
Και θα δεχόσαστε τις εποχές της καρδιάς σας, όπως δέχεστε πάντα τις εποχές που περνούν πάνω από τα χωράφια σας. 
Και θα παρατηρούσατε με ηρεμία τους χειμώνες της θλίψης σας. 
Πολλούς από τους πόνους σας τους διαλέγετε μονάχοι. 
Είναι το πικρό φάρμακο που μ' αυτό ο γιατρός που είναι μέσα σας θεραπεύει τον άρρωστο εαυτό σας. 
Γι' αυτό, να εμπιστεύεστε το γιατρό, και να πίνετε το φάρμακό του, σιωπηλά και ήρεμα. 
Γιατί το χέρι του, αν βαρύ και σκληρό, οδηγείται από το τρυφερό χέρι του Αόρατου… 
Και η κούπα που σας δίνει, μ' όλο που καίει τα χείλη σας, είναι φτιαγμένη από τον πηλό που ο μεγάλος Αγγειοπλάστης μούσκεψε με τα δικά του άγια δάκρυα.

Αυτογνωσία 

Και κάποιος άντρας κι είπε: Μίλησέ μας για την Αυτογνωσία. 
Κι εκείνος απάντησε λέγοντας: 
Οι καρδιές σας γνωρίζουν σιωπηλά τα μυστικά των ημερών και των νυχτών.  Αλλά τ' αφτιά σας διψούν για τον ήχο της γνώσης της καρδιάς σας. 
Θέλετε να γνωρίσετε με λόγια αυτό που γνωρίζετε από πάντα στη σκέψη σας. 
Θέλετε ν' αγγίξετε με τα δάχτυλά σας το γυμνό σώμα των ονείρων σας. 
Κι είναι καλό που το θέλετε. 
Το κρυφό πηγάδι της ψυχής σας πρέπει ν’ αναβλύσει και να τρέξει κελαρύζοντας προς τη θάλασσα. Κι ο θησαυρός του άπειρου βάθους σας πρέπει ν’ αποκαλυφθεί στα μάτια σας. 

Δεν πρέπει όμως να υπάρχουν ζυγαριές για να ζυγίζουν τον άγνωστο θησαυρό σας. Και μη μετράτε τα βάθη της γνώσης σας με το βυθομετρικό κοντάρι ή το σχοινί. 
Γιατί ο εαυτός είναι μια θάλασσα απεριόριστη και άμετρη. 
Μη λέτε, "Βρήκα την αλήθεια", αλλά να λέτε, "Βρήκα μιαν αλήθεια". 
Μη λέτε, "Βρήκα το μονοπάτι της ψυχής", αλλά να λέτε, "Συνάντησα την ψυχή που περπατούσε στο μονοπάτι μου". 
Γιατί η ψυχή περπατά πάνω σ' όλα τα μονοπάτια. 
Η ψυχή δεν περπατά πάνω σε μια γραμμή, ούτε μεγαλώνει σαν καλάμι. 
Η ψυχή ξεδιπλώνεται, όπως ο λωτός με τ’ αναρίθμητα πέταλα.

Η δουλειά

Σας έχουν πει ότι η ζωή είναι σκοτάδι και μέσα στην απελπισία, σας γυρίζει σαν ηχώ αυτό που ειπώθηκε από τον απελπισμένο.

Κι εγώ σας λέω πως η ζωή είναι σκοτάδι αν δεν υπάρχει πάθος. Και κάθε πάθος είναι τυφλό αν δεν υπάρχει γνώση. Και κάθε γνώση είναι μάταιη χωρίς δουλειά, μα και η δουλειά είναι άδεια χωρίς αγάπη. Μα σαν δουλεύετε μ' αγάπη, ενώνεστε με τον εαυτό σας κι ο ένας με τον άλλο κι όλοι σας με το Θεό.

Και τι σημαίνει δουλεύω με αγάπη; Σημαίνει να υφαίνεις με τις κλωστές που τραβάς απ' την καρδιά σου, σαν να  ‘ταν να φορέσει το ύφασμα αυτό η αγαπημένη σου ψυχή...

Σημαίνει να χτίζεις ένα σπίτι με στοργή, σαν να ‘ταν να κατοικήσει σ' αυτό η αγαπημένη σου ψυχή...

Σημαίνει να σπέρνεις με τρυφερότητα τους σπόρους και με χαρά να συλλέγεις τη σοδειά, σαν να ‘ταν να φάει τον καρπό η αγαπημένη σου ψυχή...

Σημαίνει να δίνεις σε όλα το δικό σου νόημα, με μια ανάσα από το πνεύμα σου...

Πολλές φορές σας άκουσα να λέτε σαν να μιλούσατε στον ύπνο σας "αυτός που δουλεύει το μάρμαρο και βρίσκει της ψυχής του την έκφραση στην πέτρα, είναι ανώτερος από αυτόν που οργώνει τη γη. Κι αυτός που πιάνει τα χρώματα του ουράνιου τόξου και τα βάζει πάνω σ' ένα πανί μα ανθρώπινες μορφές, αξίζει περισσότερο από αυτόν που φτιάχνει σανδάλια για τα πόδια μας".

Αλλά εγώ σας λέω, όχι στον ύπνο μου, μα ξύπνιος στο καταμεσήμερο, ότι ο άνεμος δεν τραγουδά γλυκύτερα στις γιγάντιες βελανιδιές απ' όσο στο πιο μικρό και ταπεινό χορταράκι...

Και μεγάλος είναι αυτός που μεταλλάζει τη φωνή του ανέμου σε τραγούδι και το κάνει γλυκό με την αγάπη του.

Η δουλειά είναι φανερωμένη αγάπη. Κι αν δεν μπορείτε να δουλεύετε μα αγάπη, παρά μόνο με αηδία, καλύτερα παρατήστε τη δουλειά σας και καθίστε στην πύλη του ναού να παίρνετε ελεημοσύνη απ' αυτούς που δουλεύουν με χαρά.

Γιατί αν ψήνεις το ψωμί με αδιαφορία, ψήνεις πικρό ψωμί, που δε χορταίνει παρά την μισή πείνα του ανθρώπου. Κι αν αγανακτείς με των σταφυλιών το πάτημα, η αγανάκτησή σου στάζει δηλητήριο στο κρασί. Κι αν σαν τους αγγέλους τραγουδάς, μα δεν αγαπάς το τραγούδι, βουλώνεις τα αυτιά του ανθρώπου στης μέρας τις φωνές και στις φωνές της νύχτας..
Έργα στα Αραβικά:
  • Επαναστατημένα Πνεύματα (1908)
  • Σπασμένα Φτερά (1912)
  • Δάκρυ και Χαμόγελο (1914)
  • Η Λιτανεία (1918)
Έργα στα Αγγλικά:
  • Ο Τρελός (1918)
  • Ο Πρόδρομος (1920)
  • Ο Προφήτης (1923)
  • Άμμος και Αφρός (1926)
  • Ιησούς ο Γιος του Ανθρώπου (1928)
Έργα που εκδόθηκαν μετά το θάνατό του:
  • Οι Θεοί της Γης (1931)
  • Ο Περιπλανώμενος (1932)
  • Ο Κήπος του Προφήτη (1933)
  • Ο Λάζαρος κι ο Αγαπημένος του (1933)   
/http://annagalanou.blogspot.gr/

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

ΜΗ ΜΕ ΦΩΝΑΖΕΙΣ ‘’ΞΕΝΟ’’


Επειδή άλλη μάνα με γέννησε
και σ' άλλη γλώσσα άκουσες εσύ
τα όμορφα παιδικά σου παραμύθια...
μη με φωνάζεις ‘’ξένο’’

Το ψωμί σου δε διαφέρει απ' το δικό μου
το χέρι σου είναι όμοιο με το δικό μου,
σαν τη φωτιά καίει και η δική μου φωτιά.
Γιατί λοιπόν με φωνάζεις ‘’ξένο’’;

Επειδή σ' άλλους δρόμους βρέθηκα
και σ’ άλλο λαό γεννήθηκα;
Επειδή άλλες θάλασσες γνώρισα
και απ' αλλού σάλπαρα… Με φωνάζεις ‘’ξένο’’;

Το ίδιο άγχος κρύβουμε κι οι δυο
η ίδια εξάντληση στην πλάτη μας βαραίνει,
Αυτή που συντρίβει τον κάθε θνητό
μες απ' του χρόνου τα σκοτάδια…
Από τότε ακόμα που δεν είχαν μπει σύνορα
κι ανάμεσά μας δεν είχαν φθάσει ακόμη
όσοι διχάζουν και σκοτώνουν το φτωχό!
Αυτοί που κλέβουν και μοιράζουν ψέματα…
Αυτοί που εμπορεύονται κι εμάς
και θάβουν αδίστακτα τα όνειρά μας…
Αυτοί εφεύραν αυτή τη λέξη
τη σκληρή λέξη… ‘’ξένος’’!

Λέξη παγωμένη και γεμάτη θλίψη
που θυμίζει λησμονιά και εξορία.
Αν μ’ αγαπάς, σταμάτα να με φωνάζεις ‘’ξένο’’

Αν θέλεις, κοίταξέ με στα μάτια,
ας φθάσει η ματιά σου πιο πέρα απ' το μίσος,
ας ξεπεράσει φόβο κι εγωισμό.

Για δες, άνθρωπος είμαι κι εγώ
Όχι, δεν είμαι ‘’ξένος’’!

Ποίηση: 
Άγνωστος Μετανάστης

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ - ΑΣΚΗΤΙΚΗ

Γ΄ Η Ανθρωπότητα

Δε μιλάς εσύ. Μήτε είναι η ράτσα μονάχα μέσα σου που φωνάζει• μέσα σου οι αρίφνητες γενεές των ανθρώπων• άσπροι, κίτρινοι, μαύροι• χιμούν και φωνάζουν.
Λευτερώσου κι από τη ράτσα• πολέμα να ζήσεις όλο τον αγωνιζόμενον άνθρωπο. Κοίτα τον πώς ξεμασκάλισε από τα ζώα, πώς μάχεται να σταθεί όρθιος, να ρυθμίσει τίς άναρθρες κραυγές, να συντηρήσει τη φλόγα ανάμεσα στις πυροστιές, να συντηρήσει το νου ανάμεσα στα κόκαλα της κεφαλής του.
Έλεος να σε κυριέψει για το πλάσμα τούτο που ξεκόρμισε ένα πρωί από τους πίθηκους, γυμνό, ανυπεράσπιστο, χωρίς κέρατα και δόντια, μονάχα με μια σπίθα φωτιά στο μαλακό του το καύκαλο.
Δεν ξέρει από που έρχεται και κατά που πάει. Μα θέλει, αγαπώντας, δουλεύοντας, σκοτώνοντας, να κυριέψει τη γης.
Κοίταξε τους ανθρώπους, λυπήσου τους. Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε• φωνάζουμε βοήθεια!
Τρέχουμε. Ξέρουμε πώς τρέχουμε να πεθάνουμε, μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε.
Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπο μας, μια στιγμή, φωτίζεται• μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι ευτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Αδη.
Η μάνα κοιτάει μπροστά, κατά την κόρη• η κόρη κοιτάει κι αυτή μπροστά, πέρα από του αντρός της το κορμί, κατά το γιο ΄να πώς πορεύεται στη γης ετούτη ο Αόρατος.
Όλοι, χωρίς έλεος, κοιτάζουμε καταμπροστά, σπρωγμένοι από τεράστιες πίσω μας αλάθευτες σκοτεινές δυνάμες.
Σηκώσου απάνω από το πρόσκαιρο μετερίζι του κορμιού σου, κοίταξε πίσω τους αιώνες. Τι βλέπεις; Ζώα γιομάτα τρίχες κι αίματα ανεβαίνουν από τη λάσπη ανταρεμένα. Ζώα γιομάτα τρίχες κι αίματα κατεβαίνουν από τα κορφοβούνια ανταρεμένα.
Σμίγουν μουγκρίζοντας οι δυό στρατοί σαν άντρας με γυναίκα και γίνουνται ένας βώλος αίμα, μυαλό και λάσπη.
Κοίταξε• οι λαοί ανεβαίνουν σα χλόη από τα χώματα και πέφτουν πάλι στα χώματα, λίπασμα γονερό για τις μελλούμενες σπορές. Κι η γης παχαίνει από τη στάχτη, από τα αίματα κι από τα μυαλά των ανθρώπων.
Αρίφνητοι χάνουνται μεσοστρατίς, γεννιούνται και πεθαίνουν στείροι. Καταβόθρες ξαφνικά ανοίγουνται μες στο σκοτάδι, γκρεμίζουνται λαοί, προστάγματα δίχως συνοχή γρικιούνται μέσα στην ακατάστατη βουή, και το ανθρώπινο κοπάδι ταράζεται και σκορπίζει.
Ξαφνικά μαντεύουμε κάτωθε και γύρα μας και μέσα στην άβυσσο της καρδιάς μας τις τυφλές, αχόρταγες, χωρίς καρδιά, χωρίς μυαλό δυνάμες.
Σ΄ ένα πέλαγο τρικυμισμένο αρμενίζουμε, το νιώθουμε σε μιαν κίτρινη αστραπή, σ΄ ένα τσόφλι μπιστευτήκαμε τα πλούτη μας, τα παιδιά και τους θεούς μας.
Κύματα σκοτεινά, πηχτά, όλο αίματα οι αίώνες ανεβοκατεβαίνουν. Η κάθε στιγμή είναι μια άβυσσο που ανοίγει.
Αγνάντευε το σκοτεινό πέλαγο χωρίς να τρεκλίζεις, κοίταζε κατάματα την άβυσσο, κάθε στιγμή, χωρίς φαντασία, αναίδεια και φόβο. Χωρίς φαντασία, αναίδεια και φόβο. Μα δε φτάνει• κάμε ένα βήμα ακόμα• πολέμησε να δώσεις νόημα στ΄ ασυνάρτητα παλέματα του ανθρώπου.
Γύμναζε την καρδιά σου να κυβερνάει όσο μπορεί πιο απλόχωρη παλαίστρα. Ανακύκλωνε σ΄ έναν αιώνα, υστέρα σε δυο αιώνες, υστέρα σε τρεις, σε δέκα, σε όσους αιώνες αντέχεις, την πορεία του ανθρώπου. Γύμναζε το μάτι σου να θεάται να κινούνται λαοί σε μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Βυθίζου στ΄ όραμα τούτο με υπομονή, με αγάπη κι υψηλή αφιλοκέρδεια• ωσότου αγάλια εντός σου ο κόσμος ν΄ ανασάνει: να φωτιστούν οι αγωνιζόμενοι, να σμίξουν στην καρδιά σου και ν΄ αναγνωριστούν αδερφοί.
Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.
Ακροπόδιζε στον αχόρταγο γκρεμό και πολέμα να συντάξεις τ΄ όραμα. Ανασήκωσε την πολύχρωμη καταπαχτή του μυστήριου• τ΄ άστρα, τις θάλασσες, τους ανθρώπους, τις Ιδέες• δώσε μορφή και νόημα στην άμορφη, άμυαλη απεραντοσύνη.
Περιμάζωξε στην καρδιά σου όλες τις τρομάρες, ανασύνθεσε όλες τις λεπτομέρειες. Ένας κύκλος είναι η λύτρωση• κλείσε τον!
Τι θα πει ευτυχία; Να ζει όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.
Είμαστε ένα γράμμα ταπεινό, μια συλλαβή, μια λέξη από τη γιγάντια Οδύσσεια. Είμαστε βυθισμένοι σ΄ ένα γιγάντιο τραγούδι και λάμπουμε όπως λάμπουν τα ταπεινά χοχλάδια όσο είναι βυθισμένα στη θάλασσα.
Ποιο είναι το χρέος μας; Ν΄ ανασηκώσουμε το κεφάλι από το κείμενο, μια στιγμή, όσο αντέχουν τα σπλάχνα μας, και ν΄ αναπνέψουμε το υπερπόντιο τραγούδι.
Να σμίξουμε τις περιπέτειες, να δώσουμε νόημα στο ταξίδι, να παλεύουμε ακατάλυτα με τους ανθρώπους, με τους θεούς και με τα ζώα, κι αργά, υπομονετικά, να μολώνουμε μέσα στα φρένα μας, μελούδι από το μελούδι μας, την Ιθάκη.
Σαν ένα νησί, αργά, με φοβερόν αγώνα, υψώνεται μέσα από τον ωκεανό του ανύπαρχτου το έργο του ανθρώπου.
Μέσα στο μερόνυχτα στερεούμενο τούτο αλώνι οι γενεές δουλεύουν, αγαπούν, ελπίζουν, αφανίζουνται. Νέες γενεές πατούν τα κουφάρια των πατέρων, συνεχίζουν το έργο απάνω στην άβυσσο και μάχουνται να μερώσουν το τρομερό μυστήριο• πώς; καλλιεργώντας ένα χωράφι, φιλώντας μια γυναίκα, μελετώντας μιαν πέτρα" ένα ζώο, μιαν Ιδέα.
Έρχουνται σεισμοί, το νησί σαλεύει, μια γωνιά γκρεμίζεται, μια άλλη ανεβαίνει από τ΄ ανήλιαγα κύματα.
Ένας αργάτης πελαγίσιος είναι ο νους, κι είναι η δουλειά του να μολώνει το χάος.
Απ΄ όλες τούτες τις γενεές, άπ΄ όλες τις δυστυχίες και τις χαρές, από τους έρωτες, από τους πολέμους, από τις Ιδέες, αναδίνεται μια φωνή αγνή και γαλήνια• αγνή και γαλήνια, γιατί περιέχει όλες τις αμαρτίες και τις ανησυχίες του αγωνιζόμενου ανθρώπου και τις ξεπερνάει κι ανεβαίνει.
Μέσα απ΄ όλο τούτο το ανθρώπινο υλικό ένας ανηφορίζει με τα χέρια, με τα πόδια, πνιμένος στα δάκρυα και στα αίματα, κι αγωνίζεται να σωθεί. Να σωθεί από ποιόν; Από το κορμί που τον περικλείνει, από το λαό που τον αναβαστάει, από τη σάρκα, από την καρδιά κι από τα φρένα του ανθρώπου.
- Κύριε, ποιος είσαι; Σάν Κένταυρος υψώνεσαι μπροστά μου, με τα χέρια στον ουρανό τανυσμένα, με τα πόδια καρφωμένα στη λάσπη.
- Είμαι Εκείνος που αιώνια ανεβαίνει!
- Γιατί ανεβαίνεις; Ξενεφρίζεσαι, αγωνιάς, μάχεσαι να ξεθηκαρώσεις από το ζώο. Από το ζώο κι από τον άνθρωπο. Μη με αφήνεις!
- Μάχουμαι, ανεβαίνω, για να μην πνιγώ. Απλώνω τα χέρια μου, πιάνουμαι απ΄ όλα τα ζεστά κορμιά, σηκώνω απάνω από το μυαλό το κεφάλι μου για ν΄ αναπνέψω• ολούθε πνίγουμαι, πουθενά δε χωρώ!
- Κύριε, γιατί τρέμεις;
- Φοβούμαι! Ο σκοτεινός ανήφορος δεν έχει τελειωμό. Μια φλόγα είναι η κεφαλή μου κι αιώνια ξεκορμίζει• μα το πνέμα της νύχτας αιώνια φυσάει να με σβήσει. Ο αγώνας μου όλος πάσα στιγμή κιντυνεύει. Ο αγώνας μου όλος σε κάθε κορμί κιντυνεύει. Πατώ, παραπατώ μέσα στις σάρκες, σαν ένας νυχτωμένος στρατοκόπος, και φωνάζω: Βοήθεια!

http://annagalanou.blogspot.gr/

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Δημοτικό τραγούδι


Ο κορμός των δημοτικών τραγουδιών είναι η προφορική παράδοση γεγονότων  που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, από στόμα σε στόμα, είτε σαν παραμύθι, είτε σαν θρύλος, είτε σαν τραγούδι.
Τα δημοτικά τραγούδια είναι επί το πλείστον διηγηματικά. Περιγράφουν ιστορικά  γεγονότα ή εξιστορούν καταστάσεις από καθημερινές εκδηλώσεις. Έχουν ζωντανές περιγραφές με το ίδιο κεντρικό θέμα, το οποίο όμως διαφοροποιείται ανάλογα με την περιοχή. Αξιοπρόσεκτο σημείο είναι ότι έχουν λιτό λόγο και χρησιμοποιούν ρήματα και ουσιαστικά ενώ αποφεύγουν τη συχνή χρήση επιθέτων.
Δεν υπάρχει φαινόμενο διασκελισμού στα τραγούδια αυτά, αφού κάθε στίχος η το πολύ δίστιχο έχει αυτοτελές νόημα. Το κοινό σημείο τους είναι οι προσωποποιήσεις, υπερβολικές καμιά φορά, όλων των έμψυχων ή άψυχων που αναφέρονται. Δηλαδή τα ποτάμια, τα πουλιά, τα βουνά, τα δένδρα, όχι μόνο μιλούν... αλλά παίρνουν και πρωτοβουλίες, συμμετέχουν ενεργά δίνοντας λύσεις ή συμβουλές…
Σημαντικό λόγο σ' αυτή τη διαφοροποίηση είναι η γλώσσα, οι υπάρχουσες τοπικές δοξασίες και η γεωγραφική τοποθεσία. Στις ορεινές κυρίως περιοχές τα δημοτικά τραγούδια (δημώδη άσματα), είναι χορωδιακά, ψαλμώδη, πολυφωνικά. Οι φωνές καλύπτουν επαρκώς όλη τη γνωστή μουσική κλίμακα και τόσο η σύνθεση όσο και η αρμονία τους είναι εκπληκτικές.
Αυτές οι παραλλαγές αποτελούν ξεχωριστή ιδιαιτερότητα στο δημοτικό τραγούδι που ενώ διαφοροποιείται η μορφή του, η ουσία του παραμένει ίδια.
Τα δημοτικά τραγούδια είναι αυτοσχεδιασμοί που πέρασαν προφορικά και διαπότισαν αμέτρητες γενιές. Ο βασικός τους πυρήνας δεν είναι τόσο η αφήγηση όσο το συναίσθημα.
Τραγούδια της ξενιτειάς, του γάμου, μοιρολόγια, νανουρίσματα, θρύλοι, επικές αναφορές με τραγούδια αντρειοσύνης, ακριτικά, τραγούδια του κάτω κόσμου… Επίσης κάλαντα, και αποκριάτικα.

Τα δημοτικά τραγούδια χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:

Α: Παραλογές
Είναι διηγηματικά τραγούδια, όπου ο λυρισμός και το δράμα αναμιγνύονται με το επικό στοιχείο. Στηρίζονται κυρίως σε λαϊκές παραδόσεις ή σε τελείως εξωπραγματικά γεγονότα όπου όμως με το πέρασμα του χρόνου μοιάζουν να έγιναν στ’ αλήθεια.
Δράκοι, βασιλιάδες, δαίμονες, έρωτες, φόνοι, βεντέτες, προδοσίες, λεηλασίες, σφαγές και καταστροφές
Χαρακτηριστικά τραγούδια των παραλογών είναι, (Της Άρτας το γιοφύρι, Το τραγούδι του νεκρού αδελφού, Σαράντα παλληκάρια, Λάμια μεταμφιεσμένη και χήρας γιός, Ο Κώστας άρρωστος και το πουλί…)  

Β:  Στα ιστορικά τραγούδια (Ακριτικά, επικά, ιστορικά, κλέφτικα)
Ηρωικά επί το πλείστον γεμάτα με κατορθώματα και ανδρεία, νίκες και πόλεμους, καταστροφές και συμφορές, σεισμούς, αιχμαλωσίες… Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις τα περισσότερα είναι θλιμμένα τραγούδια (Ο θάνατος του Διγενή, της Αγιάς Σοφιάς, ο Μικροκωνσταντίνος, Του Κάστρου της Ωριάς, Το στοιχειό κι ο αντρειωμένος …)

Γ:  Στη καθημερινότητα της ζωής
Τραγούδια της καθημερινότητας που αντιγράφουν διαχρονικά εποχές ήθη και έθιμα, γάμους και πανηγύρια, νανουρίσματα, μοιρολόια, τραγούδια για την ξενιτειά, για τον έρωτα, για τους ερωτευμένους, σκωπτικά τραγούδια και κάλαντα (Μήλο μου κόκκινο, Ερόδισ’ η ανατολή, Τριομερήτικος γαμπρός, Ο Γιάννης κι η Μάρω, η Ευγενούλα μοσχονιά, Τραγούδι του γυρισμού, Ποιος είναι π’ αναστέναξε…)

Κοινά σημεία των δημοτικών τραγουδιών.
1. Ο Ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος και σε κάποια, ελάχιστα, ο ιαμβικός δωδεκασύλλαβος. Η ομοιοκαταληξία είναι συμπτωματική και τη συναντάμε  σε ελάχιστες περιπτώσεις, κυρίως στα λιανοτράγουδα.
2. Ανώνυμος δημιουργός. Σε όλα τα τραγούδια είναι άγνωστος τόσο ο συνθέτης όσο και ο   στιχουργός.  
3. Το δημοτικό τραγούδι δεν απαγγέλλεται, τραγουδιέται. 
4. Δεν υπάρχει ακριβής τόπος προέλευσης, ούτε ακριβής χρόνος σύνθεσης 
(Εξαίρεση  αποτελούν τα ιστορικά τραγούδια που ακολουθούν πάντα ιστορικά γεγονότα) 
5. Ζωντανές περιγραφές, άψυχα που μιλούν και συμβουλεύουν, μαγεία  και συμβολισμοί

Τα δημοτικά τραγούδια εδώ και αιώνες συντροφεύουν, ενθαρρύνουν  και παρηγορούν τις ψυχές. Τις περισσότερες φορές η νοσταλγία τους είναι έντονη και αφήνει πάντα στο στόμα τη γλυκόπικρη γεύση ενός παρελθόντος που κουβαλάμε συνέχεια. Είναι διαχρονικά, ίσως τα μόνα, που άντεξαν και αντέχουν στο χρόνο. Πάνε ακόμα χείλη με χείλη, ακόμα τα παραμύθια τους συντροφεύουν όνειρα και το κάλεσμα τους είναι ολόκληρη η ιστορία μας. 
Επιμέλεια κειμένου: Άννα Γαλανού
http://annagalanou.blogspot.gr/