Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939. Σπούδασε στην Αθήνα, στη Νότια Γαλλία και στην Ελβετία, στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Είναι διπλωματούχος της Σχολής Μεταφραστών και Διερμηνέων (Αγγλικά, Γαλλικά και Ρωσικά).
Ξεκίνησε να δημοσιεύει ποίηση της το 1956 στη "Καινούργια Εποχή". Έχει επίσης δημοσιεύσει  πολλά άρθρα και δοκίμια για την ελληνική ποίηση, καθώς και μεταφρασμένα ποιήματα σε περιοδικά και εφημερίδες τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Έχει εκδώσει πάνω από 20 προσωπικές ποιητικές συλλογές
Το 1962 τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο Ποίησης (Prix Hensch) στη Γενεύη. Το 1985 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Με διαλέξεις της στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου  ταξίδεψε την ποίηση, τις σκέψεις και τα άρτια Ελληνικά της σε πολλούς ανθρώπους, που τους κατέστησε κοινωνούς γνώσης και προβληματισμού. Το 2000 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη. Λίγες μέρες πριν, από τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών
της απονεμήθηκε το Κρατικό βραβείο ποίησης για το 2012.
Πολλά από τα έργα της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες και αρκετά ποιήματά της συμπεριλαμβάνονται σε παγκόσμιες ποιητικές ανθολογίες.

Η ευλογία της έλλειψης

Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ‘χει απομείνει
μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν
σαν να ‘ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ’ έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με παρακαλώ το Άγνωστο
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.




Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
Την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω 
Πώς κερδίζει αυτή,
ενώ χάνουμε όλοι εμείς

Πώς οι αξίες γεννιούνται κι επιβάλλονται
πάνω σ’ αυτό που πρώτο λυώνει: Το σώμα.
Πεθαίνω μες το νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
Ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
Ανασαίνω κι ας είμαι σε κοντινή απόσταση
Απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει

Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς θα εφεύρει η ζωή
Ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
Και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο.

Πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις τα πετάω
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω
Να φεύγουν τα περιττά λέω
Να μπω στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα


Η ανορεξία της ύπαρξης

Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό, τα απαγορευμένα
για μένα σώματα δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου
η πηγή.



Η εμπειρία της έμπνευσης

Ολόκληρη η κοιλιά
Μεταμορφώνεται σε κάτι βαθύ
ένα δάσος με σκιές μεταθανάτιες
κι ο αφαλός ένα σιωπηλό πνευστό
όργανο θείο
για να μαντεύεις τα πράγματα
στο ρίγος.

Πλαταίνει το παιχνίδι του νου
μες απ’ το νου γεννιέται
άλλος νους λαμπρότερος
νοείται η μικρότατη μέρα
της πυγολαμπίδας
κι εξαιρείται το πρόσωπο
σαν πρωταγωνιστής.

Κι όπως μια συγκίνηση
απλώνεται στην ύπαρξη
ανοίγει και το πιο σκληρό κέλυφος
αφομοιώνεται η αρρώστια
τα χίλια λάθη κι οι αναπηρίες
ανθίζουν στο λευκό τετράγωνο
παρτέρι του χαρτιού.
Επιμέλεια: Άννα Γαλανού
http://annagalanou.blogspot.gr/
Συνέντευξη - Πηγή: www.lifo.gr

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Νικηφόρος Βρεττάκος - Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα

Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα να σου στείλω λίγο ψωμί,
μαζεύω με το σπασμένο χέρι μου ό,τι έμεινε απ᾿ τον ήλιο
να σου το στείλω να ντυθείς. Έμαθα πως κρυώνεις.
Τη πράσινη σου φορεσιά να την φορέσεις τη Λαμπρή!
Θα τρέξουν μ᾿ άνθη τα παιδιά. Θα βγουν τα περιστέρια,
κ᾿ η μάνα σου με μια ποδιά, πλατιά, γεμάτη αγάπη!

Πάρε όποιο δρόμο, όποια κορφή, ρώτα όποιο δένδρο θέλεις
Μ᾿ ακούς; Οι δρόμοι όλης της γης βγαίνουνε στην καρδιά μου!
Μην ξεχαστείς κοιτάζοντας το φως. Τ᾿ ακούς;... Ναρθείς!

Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Καραβάτζιο - Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζιο

Έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους πρώτους μοντέρνους ζωγράφους, ενώ σημαντική θεωρείται η συνολική επίδρασή του στην ευρωπαϊκή ζωγραφική.
Παρά την επίδραση που είχε το έργο στην εποχή του, αλλά και τις ισχυρές αντιδράσεις που προκάλεσε, περιέπεσε σε λήθη τους αιώνες που ακολούθησαν το θάνατό του, για να επανέλθει στο προσκήνιο κυρίως στη διάρκεια του 20ού αιώνα, καταλαμβάνοντας και διατηρώντας μέχρι σήμερα περίοπτη θέση στην ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης.
Πιθανή ημερομηνία γέννησής του Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζιο  θεωρείται η 29η Σεπτεμβρίου 1571. Ο πατέρας του, Φέρμο Μερίζι, με καταγωγή από το χωριό Καραβάτζιο, ήταν διακοσμητής-αρχιτέκτονας και εργαζόταν στην υπηρεσία του Φραντσέσκο Σφόρτσα, ο οποίος ήταν δούκας του Μιλάνου και μαρκήσιος του Καραβάτζιο. Σύμφωνα με έγγραφα της εποχής, συμπεραίνεται πως η οικογένεια Μερίζι ήταν εγκατεστημένη στο Μιλάνο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1570, τουλάχιστον μέχρι το θάνατο του Φέρμο Μερίζι από πανούκλα στις 20 Οκτωβρίου 1577. Εξαιτίας της απώλειας τόσο του πατέρα όσο και του θείου του, η μητέρα του μεγάλωσε τα πέντε παιδιά της οικογένειας σε συνθήκες οικονομικής ανέχειας.
O Καραβάτζιο ήταν μαθητής του Τιτσιάνο για τέσσερα χρόνια και ακολούθως για άλλα τέσσερα μαθήτευσε δίπλα στον ζωγράφο Σιμόνε Πετερτσάνο.
Οι πίνακες του Καραβάτζιο δεν ανταποκρίνονταν στην κυρίαρχη τάση εκείνης της περιόδου, που ήταν ο μανιερισμός, και δεν έβρισκαν αγοραστές.    
Το νατουραλιστικό ύφος του και η ανάδειξη της ανθρώπινης φύσης των Αποστόλων   και των Μαρτύρων στα έργα του, θεωρήθηκε ότι εξυπηρετούσαν τις βλέψεις της  Αντιμεταρρύθμισης. Με την τεχνική του κιαροσκούρο κατάφερε να ενισχύσει το δραματικό στοιχείο και το μυστηριακό χαρακτήρα της Πίστης, ενώ συνολικά η επαναστατική τεχνική των δραματικών φωτοσκιάσεων του τενεμπρισμού, όπως την εισήγαγε ο Καραβάτζιο, σφράγισε την μπαρόκ σχολή της ζωγραφικής.
Επίδραση στην πορεία του Καραβάτζιο είχε αρχικά ένας πλούσιος ιεράρχης, ο Pandulfo Pucci, ο οποίος του πρόσφερε στέγη και τροφή με αντάλλαγμα αντιγραφές διαφόρων θρησκευτικών πινάκων που αναλάμβανε ο Καραβάτζιο, έργα που ωστόσο δεν έχουν διασωθεί. Σύντομα όμως εγκατέλειψε την οικία του Pucci, ενώ λίγο αργότερα προσβλήθηκε από βαριά ασθένεια, που τον ανάγκασε να περάσει περίπου έξι μήνες στο νοσοκομείο των απόρων Santa Maria della Consolazione. Το διάστημα που βρισκόταν στο νοσοκομείο, εμπνεύστηκε και ένα από τα πιο γνωστά έργα του, τον Άρρωστο Βάκχο, που θεωρείται πως πρόκειται αυτοπροσωπογραφία.
Βέβαιη επίσης θεωρείται η παραμονή του Καραβάτζιο στην οικία του μανιεριστή ζωγράφου Καβαλιέρε Τζουζέπε ντ' Αρπίνο.
Εκείνη τη περίοδο εργάστηκε αποκλειστικά σαν ζωγράφος λουλουδιών και φρούτων, φιλοτεχνώντας ορισμένες εξαιρετικές συνθέσεις Τρεις συνθέσεις που φέρουν σχετικά στοιχεία νεκρής φύσης, ο Άρρωστος Βάκχος, το Αγόρι με καλάθι φρούτων,το Αγόρι που ξεφλουδίζει φρούτο, θεωρείται πως φιλοτεχνήθηκαν την ίδια περίοδο. Αυτή η περίοδος θα πρέπει να αποτέλεσε και την πρώτη κατά την οποία ο Καραβάτζιο κατάφερε να πουλήσει τελικά πίνακές του.
Περίπου το 1594 εγκατέλειψε τον Καβαλιέρε αποφασισμένος να ακολουθήσει μια αυτόνομη πορεία ως ζωγράφος. Ευνοήθηκε από τη γνωριμία του με τον μονσινιόρ Φαντίνο Πετρινιάνι, ο οποίος του παραχώρησε στέγη και πιθανώς προώθησε έργα του βοηθώντας στην πώλησή τους σε εκκλησιαστικούς κύκλους. Αναφέρεται ότι αυτή την περίοδο φιλοτέχνησε πλήθος έργων, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν οι πίνακες: Ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο,  Η χειρομάντισσα και η Μετανοούσα Μαγδαληνή. 
Παρά τις γνωριμίες του όμως με τον καλλιτεχνικό κόσμο της Ρώμης, επέλεξε να συναναστρέφεται με άλλους άπορους ζωγράφους και να ακολουθεί έναν σκανδαλώδη, για τα πρότυπα της εποχής, τρόπο ζωής, με αποτέλεσμα να έχει και συχνά προβλήματα με την αστυνομία του Βατικανού.
Αργότερα, ο Καραβάτζιο φαίνεται πως πείστηκε τελικά να πραγματοποιήσει το πρώτο του θρησκευτικό έργο, το οποίο όμως δεν βασιζόταν σε κάποιο δημοφιλές θέμα όπως η Σταύρωση, αλλά έφερε τον τίτλο, Η Έκσταση του Αγίου Φραγκίσκου. Το τελικό αποτέλεσμα, σε συνδυασμό και με άλλους πίνακες της ίδιας περιόδου όπως Οι Χαρτοκλέφτες και η Χειρομάντισσα, του εξασφάλισε την εκτίμηση αρκετών φιλότεχνων και μπορεί να θεωρηθεί ως ένα από τα πρώτα, ώριμα έργα του που σηματοδότησε τις απαρχές του μπαρόκ και προανήγγειλε και τις μεταγενέστερες σημαντικές θρησκευτικές συνθέσεις του.
Το επόμενο διάστημα, ο καρδινάλιος Φραντσέσκο Μαρία ντελ Μόντε, εντυπωσιασμένος από το ταλέντο του Καραβάτζιο, του πρόσφερε τροφή και στέγη την οποία εκείνος αποδέχτηκε.
Το ανεπτυγμένο ενδιαφέρον του προστάτη του για τη μουσική και την αλχημεία, φαίνεται πως σχετίζεται με τουλάχιστον τρεις παραγγελίες, για τα έργα: Οι μουσικοί, Η Συναυλία και  Το Αγόρι με το λαούτο,  καθώς και η εικονογράφηση της οροφής του αλχημικού εργαστηρίου του ντελ Μόντε με τις μορφές του Δία, του Ποσειδώνα και του Πλούτωνα.
Ένα παράδειγμα που αποτυπώνει τον αντισυμβατικό χαρακτήρα της τέχνης του Καραβάτζιο αποτελεί ο πίνακας, Η ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο, όπου παριστάνεται η Παναγία με μαλλιά σε έντονο κόκκινο χρώμα, σε αντιδιαστολή με τα ξανθά μαλλιά του Χριστού
Παρά όμως την κακή φήμη που είχε αναπτύξει, η προστασία του από τον πρίγκιπα Κολόνα του έδωσε την ευκαιρία να λάβει αρκετές παραγγελίες, μεταξύ αυτών και μία για την εκκλησία του Αγίου Πέτρου. Του ανατέθηκε να ζωγραφίσει μια Παναγία, έργο που θα αποτελούσε μία πολύ σημαντική ευκαιρία για την καταξίωση κάθε ζωγράφου.
Παρόλα αυτά όμως ο Καραβάτζιο,  επέλεξε να ολοκληρώσει το έργο υιοθετώντας μία πλήρως αντισυμβατική προσέγγιση, η οποία χαρακτηρίστηκε ως ιερόσυλη και ασεβής. Στον πίνακα που παρέδωσε, με τον τίτλο, Η Παναγία με το φίδι, αποτύπωσε την Παναγία ως μία κοινή θνητή, την Αγία Άννα σαν μια άσχημη γερασμένη γυναίκα και τον Χριστό τελείως γυμνό παρότι δεν ήταν σε βρεφική ηλικία. Το έργο φυσικά απορρίφθηκε, στερώντας από τον Καραβάτζιο την ευκαιρία να λάβει επίσημη αναγνώριση ως ζωγράφος.
Όλο το έργο του Καραβάτζιο αντιμετωπίστηκε αρνητικά στην εποχή του, λόγω του σκανδαλώδους τρόπου με τον οποίο αποτύπωνε τα θέματά του, ωστόσο ακόμα και οι επικριτές του αναγνώριζαν το ταλέντο του.
Η ζωγραφική του θεωρείται ότι διαμόρφωσε καταλυτικά τη σχολή μπαρόκ, επιδιώκοντας να ανατρέψει τον μανιερισμό των παλαιότερων ζωγράφων. Διαμόρφωσε ένα ρεαλιστικό ύφος, με έντονα στοιχεία δραματοποίησης και θεατρικότητας.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό στοιχείο των έργων του αποτελούσε όπως είπαμε, η χρήση των φωτοσκιάσεων και των φωτεινών αντιθέσεων κιαροσκούρο. Αν και η τεχνική αυτή είχε αναπτυχθεί και πριν από τον Καραβάτζιο, εκείνος την υιοθέτησε με απόλυτο τρόπο και θεωρείται τελικά ότι αποτέλεσε τον ιδανικό εκφραστή της. Το δεδομένο στυλ έμεινε γνωστό στην ιστορία της τέχνης ως τενεμπρισμός, δηλαδή ελεύθερη τεχνική η οποία χρησιμοποιεί το σκοτάδι σαν ουσιαστικό στοιχείο ενός έργου.
Λεπτομερείς έρευνες πάνω σε πίνακές του, φανερώνουν πως απουσίαζαν ίχνη σχεδίου, ενώ χρησιμοποιούσε μόνο κάποιες αδρές χαράξεις, κυρίως για τον καθορισμό της σύνθεσης και της θέσης των μοντέλων. Θεωρείται επίσης βέβαιο ότι η χρήση ζωντανών μοντέλων αποτελούσε βασικό συστατικό στοιχείο για το ρεαλισμό που αναζητούσε να αποδώσει.
Ο θάνατός του, στις 18 Ιουλίου του 1610, αποδόθηκε σε κάποια σοβαρή αλλά αδιευκρίνιστη ασθένεια. Η φήμη του εξασθένισε γρήγορα και το όνομά του ουσιαστικά εξαφανίστηκε από όλους τους καταλόγους για πολλά χρόνια.
Πολλοί από τους πίνακες του καταχωρήθηκαν με ονόματα άλλων ζωγράφων, ενώ παράλληλα αποδόθηκαν σ’ αυτόν έργα που δεν του ανήκαν. Μετά από λήθη πολλών χρόνων, στα τέλη του 19ου αιώνα, το έργο του Καραβάτζιο επανεκτιμήθηκε, όταν ο Wolfgang Kallab, μελετώντας αρκετούς πίνακες με κοινά στοιχεία, χρωμάτων, σκιάσεων και τεχνοτροπίας τους καταχώρησε σαν έργα του Μικελάντζελο Μερίζι.
Λίγοι τον ήξεραν σαν όνομα κι ακόμα λιγότεροι γνώριζαν τη ζωγραφική του, αφού μόνο ένας πίνακας έφερε την υπογραφή του. Μόλις ο Wolfgang Kallab αποκάλυψε ένα μεγάλο μέρος του έργου του, οι φιλότεχνοι όλου του κόσμου άρχισαν ν’ ασχολούνται μαζί του κι από τα διάφορα έγγραφα που εύρισκαν αντιστοιχούσαν χρονολογικά τους πίνακες του.

Αυτά μέχρι το 1920 όταν ο διάσημος ιστορικός τέχνης Roberto Longhi, μετά από μελέτη χρόνων πάνω στους πίνακες του Καραβάτζιο, ισχυρίστηκε ότι μεταγενέστεροι καλλιτέχνες όπως ο Βερμέερ  ή ο Ρέμπραντ δεν θα είχαν υπάρξει χωρίς το Καραβάτζιο, ενώ η τεχνική του Ντελακρουά και του Μανέ θα ήταν τελείως διαφορετική. Στη συνέχεια, ο Αμερικανός ιστορικός Τέχνης  Μπέρναρντ Μπέρενσον σχολίασε ότι εκτός από τον Μιχαήλ Άγγελο, κανείς άλλος Ιταλός ζωγράφος δεν άσκησε τόσο έντονη επιρροή στη Τέχνη.
Σήμερα η ζωγραφική του Καραβάτζιο, μοναδική και ξεχωριστή, θεωρείται ‘’Σχολή’’ και ο Καραβάτζιο ένας από τους μεγαλύτερους ζωγράφους.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΟΥ http://annagalanou.blogspot.gr/