Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Βασίλης Ραφαηλίδης - Μνημόσυνο για ένα ημιτελή θάνατο

Με έντονα καυστικό ύφος, χαρακτηριστικό γνώρισμα της αυτογνωσίας του συγγραφέα, δεν διστάζει  να αποκαλέσει τον . εαυτό του ''τυπικό εκπρόσωπο της χαμένης γενιάς''  

Απόσπασμα από τον πρόλογο του αυτοβιογραφικού βιβλίου του Βασίλη Ραφαηλίδη ''Μνημόσυνο για ένα ημιτελή θάνατο'', από τις εκδόσεις του εικοστού πρώτου.

 «...  Αυτής που στον πόλεμο ήταν παιδιά, στον εμφύλιο πόλεμο έφηβοι, στην πρώτη Καραμανλική περίοδο νέοι άνδρες, στη χούντα άνδρες απλά, και σήμερα, που όλα καταρρέουν, είτε ώριμοι είτε ετοιμόρροποι άνδρες, έτοιμοι είτε για τη συγκομιδή είτε για την κατεδάφιση. 
Αυτός που υπογράφει τούτα τα κείμενα έτυχε να ζήσει ολόκληρη αυτή τη δύσκολη για την Ελλάδα περίοδο από μέσα και να βιώσει καταστάσεις που συχνά ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια του ρεαλισμού, για να αγγίξουν τα όρια του σουρεαλισμού. Κατά κάποιον τρόπο, αυτά τα κείμενα είναι η σουρεαλιστική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας»

Αυτό το βιβλίο δεν είναι αυτοβιογραφία, αν και μοιάζει. Ούτε ιστορικό κείμενο
είναι, αν και μοιάζει. Και θα ήταν λάθος να το εκλάβει κανείς σαν δοκίμιο, αν
και μοιάζει. Όμως, ούτε λογοτεχνικό κείμενο είναι, αν και μοιάζει. Θα μπορούσε
να το πει κανείς χρονικό, αλλά δεν καταγράφει λεπτομερειακά γεγονότα. Γίνεται
μια αυθαίρετη και εν πολλοίς συναισθηματικής τάξεως επιλογή μερικών μόνο από τα
πάμπολλα περιστατικά, άλλοτε εντελώς ευτράπελα και άλλοτε ιλαροτραγικά έως
τραγικά, που συνέβησαν στην πορεία της δύσκολης ζωής ενός ταλαίπωρου Έλληνα.
Και προτείνονται για ανάγνωση, όχι γιατί η ζωή αυτού του συγκεκριμένου Έλληνα
θα άξιζε να βιογραφηθεί, κάθε άλλο μάλιστα, αλλά διότι έτυχε να είναι ένας πολύ
τυπικός εκπρόσωπος της λεγόμενης «χαμένης γενιάς». Αυτή που στο πόλεμο ήταν
παιδιά, στον εμφύλιο πόλεμο έφηβοι, στην πρώτη καραμανλική περίοδο νέοι άνδρες,
στη διάρκεια της χούντας άνδρες απλά, και σήμερα, που όλα καταρρέουν, είτε
ώριμοι είτε ετοιμόρροποι άνδρες, έτοιμοι είτε για την συγκομιδή είτε για την
κατεδάφιση. Αυτός που υπογράφει τούτα τα κείμενα έτυχε να ζήσει ολόκληρη αυτή
τη δύσκολη για την Ελλάδα περίοδο από μέσα και να βιώσει καταστάσεις που συχνά
ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια του ρεαλισμού, για να αγγίξουν αυτά του
σουρεαλισμού. Κατά κάποιον τρόπο, αυτά τα κείμενα είναι η σουρεαλιστική ιστορία
της σύγχρονης Ελλάδας.


Απόσπασμα από το βιβλίο:
…Οι Γερμανοί ελληνιστές, άλλωστε, είναι αυτοί που ανακάλυψαν κάτι περίεργα όντα πλακωμένα κάτω από τα αρχαιοελληνικά ερείπια και είπαν: Κοίτα να δεις, υπάρχουν ακόμα Έλληνες. Πρέπει να τους το πούμε, γιατί οι ίδιοι δεν έχουν ιδέα πως είναι Έλληνες και δεν υπάρχει περίπτωση να το μάθουν από μόνοι τους έτσι που απολιθώθηκε το μυαλό τους. Και ούτω πως, κυρίως χάρη στους Γερμανούς ελληνιστές, προέκυψε η εθνική συνείδηση των Νεοελλήνων του 18ου αιώνα.»

«Λεν οι μπούφοι: ξέρει ο Θεός. Κι αυτό τους απαλλάσσει απ’ την αγωνία της γνώσης. Λεν οι μπούφοι: έχει ο Θεός, Κι αυτό τους παρηγορεί που αυτοί δεν έχουν. Λεν οι μπούφοι: αν θέλει ο Θεός. Κι αυτό τους λύνει το δύσκολο πρόβλημα της ελευθερίας της βούλησης. Οι «Στοχασμοί» του Πασκάλ θα με μάθουν πως ακόμα κι αυτοί που κάνουν ό,τι μπορούν για να δείξουν πίστη στο Θεό, το μόνο που τελικά κάνουν είναι μία απεγνωσμένη προσπάθεια να πείσουν τον ίδιο τους τον εαυτό πως, με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να χάσουν την πίστη τους στο Θεό. Γιατί θα μείνουν μετέωροι πάνω από ένα τάφο που τους περιμένει απ’ τη μέρα της γέννησής τους. Μ’ άλλα λόγια, αυτό που τους ενδιαφέρει δεν είναι το πρόβλημα της θεότητας αλλά η εξασφάλιση της «αιώνιας ζωής». Γι’ αυτούς προσωπικά.»

«… Από τότε ούτε παπά πλησίασα, ούτε εικόνισμα φίλησα. Για την ακρίβεια, φίλησα εικόνα μία και μοναδική φορά στο Άγιον Όρος, όταν ο καλόγερος που στεκόταν πίσω μου ήταν έτοιμος να με καρπαζώσει αν δεν έσκυβα να φιλήσω κάποιο απ’ τα χιλιάδες «άγια λείψανα» που είναι στοιβαγμένα εκεί. Και δεν ήθελα να δημιουργήσω σκάνδαλο εκεί μέσα, μπροστά σε τόσους περιδεείς απ’ το φόβο του θανάτου, που τον μεταλλάσσουν σε ευσέβεια.»


«Όπως και να ‘ναι, το να ‘σαι νομοταγής και δημοκράτης είναι βαθύτατα ανιαρό. Γι’ αυτό οι δημοκράτες, που πλήττουν υπέρ το δέον, γίνονται πολιτικοί. Όμως, πώς να ομολογήσει κανείς τις, υπαρξιακής τάξεως, πολιτικές του προθέσεις; Αν τις ομολογήσει, μάλλον δεν θα εκλεγεί και δεύτερη φορά. Ο ψηφοφόρος πρέπει να πιστεύει πως η μόνη σου έγνοια, τώρα που έγινες βουλευτής, είναι το συμφέρον του λαού».

«Μόνο όταν ζεις έξω απ’ την Ελλάδα καταλαβαίνεις πως είσαι Έλληνας. Για να ξεχαστείς πως είσαι Έλληνας αρκεί να επιστρέψεις στην Ελλάδα. Αν δε βγεις ποτέ απ’ την Ελλάδα και δεν αποχτήσεις μέτρα συγκρίσεως, είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω της κλίμακας, τότε δύο τινά είναι δυνατό να σου συμβούν: Είτε ως γνήσιος βλαξ να πιστέψεις πως είσαι γνήσιος απόγονος ένδοξων προγόνων, προκειμένου να αντέξεις την υπανάπτυξή σου, είτε να αφεθείς στον πλήρη εκβαρβαρισμό, όπως οι κάτοικοι του νοτιότατου άκρου της Βαλκανικής».
Επιμέλεια ανάρτησης: Άννα Γαλανού  http://annagalanou.blogspot.gr/
Πηγή: Ελευθεροτυπία http://www.enet.gr/