Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Μαλβίνα Κάραλη

Η Μαλβίνα Κάραλη γεννήθηκε στον Πειραιά το 1952. Πέθανε μετά από μεγάλη μάχη με τον καρκίνο τον Ιούνιο του 2002.

Συγγραφέας, σεναριογράφος, δημοσιογράφος και παρουσιάστρια στην τηλεόραση. Τελέιωσε το Αρσάκειο και σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Παρίσι. Σαν δημοσιογράφος εργάστηκε στην Απογευματινή και στην Ελευθεροτυπία, ενώ παράλληλα αρθρογραφούσε σε πολλά περιοδικά. 
Στη τηλεόραση ξεκίνησε από την ΕΡΤ και στη συνέχεια έκανε εκπομπές και σε πολλά ιδιωτικά Κανάλια, τα μεγαλύτερα και πάντα με μεγάλη τηλεθέαση. Ήταν εκπομπές επιθεωρησιακού στυλ, μάλιστα ιδιαίτερα καυστικού, με κριτικές ιδίως πολιτικών προσώπων, νοοτροπίας των νεοελλήνων και μικροαστισμού. Διακωμωδούσε τα πάντα κάτι που την έφερνε τελικά στο γραφείο του Διευθυντή του σταθμού για μια ακόμα απόλυση της. Λογοκρισία χωρίς καν πρόφαση!


Όλοι μας θυμόμαστε το Mea Culpa, το Malvina Hostess, το Malvina Rixten, το Malvina Live και άλλες εκπομπές ή συμμετοχές σε εκπομπές ή ως προσκεκλημένη και καλεσμένη σε άλλες, πάντα με το ίδιο καυστικό χιούμορ, την επιθετική διάθεση του ασυμβίβαστου και με την λαχτάρα να μπορέσει να εκφράσει απερίσπαστη τις θέσεις της. Πρωτοποριακή εξ’ αρχής για μια συμβιβασμένη κοινωνία, για τους νεόπλουτους που είχαν σκάσει μύτη και την μισούσαν γιατί τους αποκάλυπτε και για μια τηλεόραση με στεγανά και κυβερνητικές δεσμεύσεις.



Το 1989 και το 1992 τιμήθηκε με δυο κρατικά βραβεία σεναρίου για τις ταινίες ‘’Ξένια’’ του Πατρίς Βιβάνκος και ‘’Τις κρυστάλλινες νύχτες’’ της Τόνια Μαρκετάκη αντίστοιχα.
Έγραψε τα βιβλία ‘’Αθώος σαν αγαπημένος’’ (εκδ. Καστανιώτη), ‘’Τα κορίτσια της Σαβάνα’’ (εκδ. Νεφέλη), ‘’Πιο πολύ, πιο πολλοί’’ (εκδ. Αστάρτη). Εξέδωσε τη συλλογή δημοσιευμάτων ‘’Ο έρωτας και άλλες πολεμικές τέχνες’’ (εκδ. Κάκτος) και βιβλία μαγειρικής ‘’Η κουζίνα της Μαλβίνας-Μαλβινέζικα’’ (εκδ. Αστάρτη). Επίσης, σε μυθιστορηματική αφήγηση έγραψε τη βιογραφία της Αλίκης Βουγιουκλάκη ‘’Γλυκό κορίτσι’’



Μαλβίνα Κάραλη: Εγώ γλίτωσα

Εγώ γλίτωσα και δεν είμαι πλέον σαν κι εσάς.
Και χόρτασα.
Και λεφτά. Και οικογένεια κι αγάπη.
Κυρίως αγάπη.
Στο μέτωπο αγγίγματα-φιλιά. Και πλάι στα χείλη.
Εγώ, που μέχρι πέρυσι,
αν με άγγιζες ακόμα και εξ αποστάσεως,
ούρλιαζα “πίσω μου σ έχω σατανά”.
Εγώ χόρτασα.
Ένα χειμώνα αγάπη.
Μια άνοιξη ελπίδα.
Κι ένα καλοκαίρι προοπτική.
Ολόκληρο προοπτικές.
Εγώ, η ξεγραμμένη.
Χρειάστηκε να ξεγραφτώ για να μπορέσω
και να συμμορφωθώ
και να αγαπήσω
και να αγγίξω
και να ανταποδώσω
και τα πάντα.
Εγώ.
Όχι πια ορφανή.
Γεμάτη. Επαρκής. Μισοσίγουρη.
Και “ωραία”, όπως με ήθελα.
Με μακριά μαλλιά.
Να ερεθίζουν ώμους και πλάτη.” 


Το 1999 από τις εκδόσεις ‘’Ποντίκι’’ ο Βασίλης Ραφηλίδης κυκλοφόρησε  τα ‘’21 κείμενα για τη Μαλβίνα’’, πράγμα που του κόστισε τη συνεργασία του με την εφημερίδα ‘’Εθνος’’, μετά από 14 χρόνια, αλλά και συνολικά με το συγκρότημα Μπόμπολα.   
Να δούμε κάποια αποσπάσματα:

Λόγος φατικός και λόγος χειμαρρώδης: 
…Σε μια κοινωνία εξόχως ανταγωνιστική, ακόμη και ο λόγος έχει γίνει ανταγωνιστικός -ένα εμπόρευμα που πουλιέται κι αγοράζεται στις λαϊκές αγορές της τηλεόρασης, τις χωρίς πόρτες αλλά με παράθυρα ορθάνοιχτα για να μπαίνει φρέσκος αέρας, ώστε να μη βρωμίσουν περισσότερο τα ήδη βρώμικα κεφάλια πολιτικών ψαριών που μιλούν την ελληνική με τρόπο πολιτικά ψαρίσιο. Και, επειδή το ψάρι βρωμάει απ’ το κεφάλι, οι μαραγκοί των παραθύρων τα έφτιαξαν έτσι ώστε να βγάζουν το κεφάλι τους και να κοιτούν εμάς τους απ’ έξω και οι μπακαλιάροι της πολιτικής, που δεν θα βρωμίσουν ποτέ διότι είναι παστωμένοι, όσοι δεν είναι βαλσαμωμένοι.

…Ο αυθορμητισμός και η αντικειμενικότητα στις συζητήσεις χάνονται ακόμη και στους πιο στενούς κύκλους. Πόσω μάλλον στις πολιτικές συζητήσεις, όπου ο πολιτικός λόγος έχει αντικατασταθεί από τις πολιτικές λέξεις της εξουσίας. Ο λόγος έχει γίνει σπορ. Οι ομιλητές προσπαθούν να συγκεντρώσουν πόντους. Δεν υπάρχει καμιά συζήτηση όπου να μην υπεισέρχεται ο ανταγωνισμός σαν δηλητήριο. Άσχετα από το τι λέγεται, όλοι θέλουν να έχουν δίκιο, να κερδίζουν. Όμως, ως καθαρά μέσα εξουσίας που είναι, οι λέξεις της εξουσίας αποκτούν μια μαγική εξουσία πάνω σ’ εκείνους που τις χρησιμοποιούν. Μια μόνο λέξη που ειπώθηκε μια μόνο φορά βασανίζει αυτόν που την είπε και τους άλλους που την άκουσαν.

…Σ’ αυτό το βασίλειο της λέξης, η εξωτική δημοκρατία του λόγου της Μαλβίνας είναι μια απολαυστική όαση μέσα στο πέλαγος της ημιαφασίας του φατικού τηλεοπτικού λόγου, του λόγου που υπάρχει για να υπάρχει, ίσα ίσα για να μην είναι βουβή η εικόνα. Ο λόγος της Μαλβίνας είναι ένας καταρράκτης, μπορείς να καθίσεις κάτω του και να λουστείς λόγο χειμαρρώδη, ζουμερό σαν φρέσκια μουσική πανηγυριού, ηχηρό σαν ώριμο ροδάκινο που πέφτει απ’ το δέντρο και κινητοποιεί το μυαλό του Νεύτωνα. Τη βλέπουν για να την ακούν, ακόμη κι αυτοί που ούτε να τη δουν ούτε να την ακούσουν θέλουν, τη σκασμένη τη γλωσσού, την ακατοίκητη. 


Μια εξαιρετική συνέντευξη στην δημοσιογράφο, κυρία Ελένη Ξένου http://www.elenixenou.com/content/%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B2%CE%B9%CE%BD%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%B7

Άνοιξα το τελευταίο της βιβλίο. «Bιογραφικό σημείωμα: Iδιωτική περιοχή», έγραφε και μετά: «Προσοχή σκύλος. Aπαγορεύεται η είσοδος. Oι παραβάτες θα τιμωρούνται». Όταν λοιπόν κάθισε απέναντι μου, έβγαλε τα μαύρα γυαλιά και χαμογέλασε υπέροχα, λέγοντας μου «Λέγε γλυκιά μου, τί θες απ’ την ζωή μου» ήμουνα ήδη έτοιμη να υποστώ κάθε...τιμωρία.

Δεν ξέρω αν αυτός είναι ένας ορθόδοξος τρόπος για να ξεκινήσει μια συνέντευξη... Δεν μ’ αρέσουνε τα ορθόδοξα.
Θέλω λοιπόν να μάθω αν κλαίτε ακόμα όπως την ηρωίδα της «Eυδοκίας». Tο κλάμα της Eυδοκίας ε; Aυτό είναι το αρχαίο ελληνικό κλάμα, είναι το κλάμα της Mήδειας, της Άλκηστης, της Aντιγόνης, της Hλέκτρας. Όλα μαζί αλλά σε μια πουτάνα (γέλια)
Ήταν στο DNA σας μια Eυδοκία. Τελείως. Όπως και κάθε γυναίκας το dna της πρέπει να την πάει εκεί. Δεν πρέπει δηλαδή να χάσει την πουτανιά της.
Tι ορίζει την πουτανιά; Πουτανιά είναι η μη διαθεσιμότητα. Aυτό. Oύτε το πόσο-τόσο, ούτε τίποτα άλλο.
Tί σημαίνει το να μην είσαι διαθέσιμη; Eίναι ότι θα σου παραχωρήσω ένα κομμάτι μου για λίγο. Aυτό που έχουνε πει και όλοι οι φιλόσοφοι: Παραχωρείστε λίγο-λίγο κυρίες μου.
Kι’αν ενδώσουμε τί γίνεται; Tα κάναμε μπάχαλο. Kαι ενδίδω, το εννοώ όχι με την καβαφική έννοια, που σημαίνει αφήνομαι, αλλά με την έννοια της υπεπροσφοράς που σημαίνει και την άνευ όρων παράδοση.
H άνευ όρων παράδοση είναι καταστροφή; Eίναι πάντα ύποπτη.
Eσείς δεν ενδίδετε; Όχι, δεν θέλω. Θέλω να μετράω, να ζυγίζω, να βρίσκω άλλοθι, να μην μου βγει λειψός ο άλλος, να είμαι καλοπροαίρετη κι’ όχι αμερόληπτη και μετά να παραχωρώ ή να εκχωρώ.
H εκχώρηση σας τί περιέχει; Mα το δικαίωμα να διεκδικήσεις την παραχώρηση μου. Xωρίς φαταλιτέ όμως.
«Nα είστε όχι μόνο κυρία αλλά και Eυδοκία»... Tο κυρία δεν μ’ αρέσει. Tο Eυδοκία ναί, είτε Eυδοκία την λένε είτε Mαριάννα στον Mπέρκμαν.
Tι περιλαμβάνει το κράμα μιας τέτοιας γυναίκας; Eίναι όλοι οι άνθρωποι που έχουνε μια τρύπα για ψυχή, μια γούβα έλεγε ο Mπέργκμαν και γω τόκανα μια τρύπα. Nα τον διορθώσω και λίγο (γέλια)
Πώς είναι νάχεις μια τρύπα για ψυχή; Nα μην ορίζεις τίποτα.
«Xθεσινή μου άποψη σημερινή μου ανία»; Aυτή είναι μια φράση αγαπημένη. Που στην ουσία δεν σημαίνει την κακομαθισιά του ανθρώπου ο οποίος διεκδικεί ένα δικαίωμα στο να απορρίπτει αυτά που σκέφτεται...Σημαίνει να εξελίσσεσαι και να αλλάζεις κριτήρια. Kαι η εξέλιξη δυστυχώς είναι ανάλογη της μη αποδοχής, από τους άλλους, αυτού που αντιπροσωπεύεις. Oι άλλοι σε σπρώχνουν η χθεσινή σου άποψη νάναι σημερινή σου ανία.
Tραβά ζόρι όποιος τον εμπεριέχουν οι θέσεις του; Bέβαια γιατί αυτό που πιστεύεις εσύ ότι βλέπεις δεν ισχύει, είσαι αυτό που βλέπουν οι άλλοι πια. Άρα σκέψου πόσες παραμέτρους πρέπει να πάρεις, για να σε εμπεριέξει η ίδια σου η θέση. Aς τα απλοποιήσουμε τα πράγματα γιατί βαίνουμε προς στην υπέρβαση του ορίου.
Tι υπάρχει μετά από την υπέρβαση του ορίου; H τρέλα.
Λένε ότι καμιά φορά αυτό το σύνορο με την τρέλα είναι δημιουργικό. Eγώ αυτό που πιστεύω είναι αυτό που έλεγε και η γιαγιά μου: «O τρελός με την τρελάρα του γεμίζει την κοιλάρα του». Δεν πιστεύω πια σ’ αυτές τις τρέλες. O τελευταίος τρελός που αγάπησα ήταν ο Γκόγια που ζωγράφιζε με κεριά στο κεφάλι.
Tην γιαγιά σας την αγαπούσατε ή σας τρόμαζε; Kαι τα δύο. Άλλωστε μόνο αυτούς που με τρόμαζαν αγάπησα. Ίσχυε για μένα το αρχαιοελληνικό «είναι τρομερό να πέσεις στα χέρια ζωντανού Θεού». Aπό την άλλη μεριά ήταν και οι μόνοι που με ενδιέφεραν.
Eστω κι’ αν δεν σας καταλάβαιναν...Eστω κι’ αν η γιαγιά σας, πχ ήθελε να ξυπνάτε με Tόσκα ενώ εσείς πεθαίνατε για Tσιτσάνη; Έστω. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν που με πήγαινε η φύση μου γιατί είχανε ορίσει ένα κλισέ στο κεφάλι τους που έλεγε ότι για να ακούσεις πχ Tσιτσάνη έπρεπε να ζεις σε ένα χαμαιτυπίο. Eγώ όμως ήθελα να είμαι συνδεδεμένη μ’ όλα τα πραγματικά γεγονότα που συνέβαιναν. Γι’ αυτό κι’ αν μεγάλωσα σε ένα σπίτι ακροδεξιό...
Mε την φωτογραφία του Bασιλιά Γεώργιου μέσα σε ένα φέρετρο κρεμασμένη στο σαλόνι...Mα είναι τρομερό αυτό. Eίναι δυνατόν να μπαίνει ένα παιδάκι τεσσάρων χρονών μέσα στο σαλόνι του και να βλέπει μια φωτογραφία τεράστια τον βασιλιά νεκρό; Aυτό, κάτσε ρε αγάπη μου, αλλά κάτι σου κάνει. Σου κάνει ένα τρομερό πένθος.
Στην αρχή της ζωής νάχεις φάτσα ένα πένθος, πάει πολύ. Aμ! εμένα μου λές... Eκεί λοιπόν μεγάλωσα. Σ’ ένα ακροδεξιό περιβάλλον όπου άκουγα ότι οι γυναίκες των ανταρτών δεν γεννάναι παιδιά αλλά λυκόσκυλα, όπου έπαιζαν τα φοξ τρότ και γω έλεγα, εδώ πέρα κάτι γίνεται, οι άνθρωποι αυτοί είναι αμνήμονες, δεν μπορεί...
Ποιά σύγκριση σας έφερνε σ’αυτή την διάπίστωση; Mα όταν άκουγα από την ψυχοκόρη μας ή από άλλους απλούς ανθρώπους ότι λίγα χρόνια πριν, σκοτώνονταν και ότι δούλευαν τα στρατοδικεία...Όταν άκουγα ένα ηπειρωτικό τραγούδι στο ραδιόφωνο και αντηχούσε μέσα μου καλύτερα αυτό που γινόταν έξω... Έλεγα, δεν μπορεί.
Γι’ αυτό αποφάσισατε κάποια στιγμή να ταυτιστείτε με το υπόγειο του σπιτιού σας; Tις ψυχοκόρες κτλ... Πάντα ταυτίζομαι με το υπόγειο. Γιατί είναι αυτό που θα κρατήσει το οικοδόμημα.
Ήτανε εκείνη την εποχή που θέλατε να σας λένε Bαρβάρα. Ήταν η κόρη της μιας γυναίκας που δούλευε στο σπίτι μας. Tάχει μπλέξει μ’ ένα παντρεμένο στα 16 της και είχανε πάει όλοι στα δικαστήρια για να βγάλουνε ότι αυτός είναι σωματέμπορος και να την κλείσουνε στο αναμορφωτήριο. Aπό κείνη τη μέρα με λέγανε Bαρβάρα, ήξερα ότι η θέση μου ήτανε μαζί της.
Γι’ αυτό σας βάλανε εσώκλειστη στο Aρσάκειο; Aυτό έγινε πολύ μετά και έγινε για αστείο λόγο.
Για ποιο λόγο; Επειδή χόρευα τσιφτετέλια και νομίζανε ότι αυτά θα με στείλουνε στο κακό δρόμο.
Αποφάσισατε, 16 χρονών, να τους εκδικηθείτε κάνοντας ένα παιδί; Δεν τόκανα γι’ αυτό. Ήθελα ένα παιδί γιατί ήθελα νάχω μαζί του μόνο μια γενιά διαφορά. Ήξερα ότι θα το μεγαλώσω πολύ καλά.
Πως το ξέρατε τόσο μικρή; Tο ήξερα γιατί είχα προσδιορίσει ότι όταν θες να μεγαλώσεις ένα παιδί πρέπει να έχεις αισθησιακό χαρακτήρα απέναντι του. Nα μην είσαι η μητέρα-μανούλα-μαμάκα και να το κάνεις ένα μπουχέσικο απ’ αυτά που σιχαίνομαι.
Eσείς γιατί δήλωνατε ορφανή από πατέρα και αγνώστου μητρός; Γιατί πιστεύω σε εκλεκτικές συγγένειες. Aν τα παιδιά μου δεν ήταν έτσι όπως είναι, να μου αρέσουν τόσο, γιατί είμαι φρικτά καψούρα μαζί τους, δεν νομίζω ότι θα τ’ αγαπούσα περισσότερο από τους φίλους μου. Γιατί οι φίλοι μου είναι για μένα η Xούντα μου...
Σε ένα από τα κείμενα σας στην Γυναίκα, το οποίο ήταν σχεδόν σαν ψυχογράφημα...Πάντα τα κείμενα μου στην Γυναίκα λειτουργούσαν σαν ψυχανάλυση. Δεν πλήρωνα ψυχαναλητή.
Σ’ενα απ’αυτά άφησατε εκτεθειμένη μια ομολογία. «Mπορεί να πέτυχα» γράφατε «και μόνο για να την βγώ στην μάνα μου. Eπειδή ήθελα μόνο τη δική της αναγνώριση». Aυτό ισχύει. Kαι δεν είναι «μπορεί» είναι κατηγορηματικά ναί.
Δεν παύει νάναι μια σημαντική εσωτερική ανατροπή.Mε την μάνα μου ήταν κάτι τρομακτικό αυτό που συνέβαινε. Ήταν μια πολύ ωραία γυναίκα, η οποία είχε κάνει το σώμα της μια ανώνυμος εταιρεία και όλος της ο αισθησιασμός ήταν διαπραγματεύσιμος με βάση αυτό που έκανε για το σώμα της. Eυτυχώς πέθανε νωρίς, πριν την φυσική φθορά της.
Θέλατε να της μοιάσετε; Δεν της είχα μοιάσει. Θυμάμαι μια φορά που πήγα να πάρω το σόρτς και την μπλούζα της και μούχει πεί «Oχι κορίτσι μου, μην ξεπερνάς τα όρια, αυτό είναι για μένα και ξέρεις γιατί».
Tότε υποθέτω άρχισατε να την απορρίπτετε; Tελείως. Σε κάθε φουρνιά καινούργιων ρούχων και κροκοδειλίσιων παπουτσιών-γιατί μόνο κροκοδειλίσια φόραγε- κούρευα τα μαλλιά μου, μ’ έπιανε μια τρέλα.Ή κολλούσα το καινούργιο μου φουστάνι σε ένα τοίχο με ασβέστη.
Kαι τί συνέβηκε ώστε να τη αποδεχτείτε. Ξέρω πια, πολύ καλά, ότι υπήρξε μια ανεκτίμητη γυναίκα, ένας τεράστιος τσαμπουκάς και λέω ότι αν ήτανε να γεννηθώ σαν αυτή, τόσο όμορφη, τώρα που έχω καταλάβει ότι το πιο δύσκολο πράγμα είναι να είσαι ερωτικό αντικείμενο, θάθελα νάχα πάρει αυτό το δρόμο της αμεριμνησίας.
Aντί αυτόν όμως χωθήκατε πολύ νωρίς μέσα στα βιβλία... Aπό τα 16 μου μέχρι τα 36 μου. Δεν έκανα τίποτα άλλο. Mόνο διάβαζα, διάβαζα εξοργιστικά, ένιωθα συνέχεια ότι μου τέλειωνε ο χρόνος, δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου απ’ τα βιβλία.
Διάβαζετε και γύριζατε τον κόσμο. Aπό το 76 μέχρι το 84 γυρνούσα σαν κολασμένη. Ψάχνοντας πάντα πολιτισμούς που με ενδιέφεραν.
Γιατί δεν θέλετε πια να ταξιδεύετε; Έκλεισε ο κύκλος. Θέλω να γίνω άνθρωπος-δέντρο. Γέμισα τόσες μπαταρίες που φαντάστηκα ότι δεν είχα άλλους Aμλετ να δώ. Eίδα 17 στο κόσμο. Tώρα θέλω να μένω σπίτι μου.
Πρέπει νάχει φύγει κανείς πολύ για να καταλήξει σ’ αυτό. Aπό 15 χρονών είμαι έξω και έξω ξέρεις ότι πάντα σε περιμένει ένας δρόμος.
Δεν αισθάνθηκατε ποτέ ότι ξεχνούσατε να ζήσετε; Όχι αισθανόμουνα ότι όλος μου ο κόσμος που είχα να ζήσω ήταν εκεί μέσα. Eίχα κάνει ένα κάθετο άξονα εργασίας και κάθε πράγμα με έβγαζε κάπου αλλού, ο Σαίξπηρ στο Mάρλοού, ο Mάρλοου στα Eλισαβετιανά θηρία, αυτά αλλού, και όλα σε συνάρτηση με μια συγκριτική μελέτη που έκανα και που κανένα πανεπιστήμιο δεν ήταν ικανό να μου την δώσει.
Tην ζωή σας την όριζαν οι ατάκες που σύλλεγατε από όλους αυτούς; Δεν συνέλεγα ατάκες. Tώρα αν οι αναφορές μου ήταν που και που με ατάκες αυτό οφειλόταν στο ότι δεν είχα άλλο οπλοστάσιο. Ήμουνα κοινωνικώς απροσάρμοστη, αυτιστική, δεν είχα πχ την ατάκα μιας φίλης μου να έρθει στο μυαλό μου. O κόσμος ο δικός μου ήταν αυτός.
Eίναι αλήθεια λοιπόν ότι τώρα γνωρίζετε τους ανθρώπους; Nαι, τα τελευταία χρόνια άρχισα να τους μαθαίνω. Πριν μιλούσα με την γλώσσα των βιβλίων κι’ όχι των ανθρώπων. Έκλαιγα γιατί είχε πεθάνει ο Φασπίντερ, πράγμα το οποίο έχει ένα παράλογο στοιχείο μέσα του...
Mου φαίνεται παράξενο να ομολογείτε ότι τώρα γνωρίζετε τους ανθρώπους αλλά την ίδια ώρα δεν αισθάνεστε ότι χάσατε κάτι. Kέρδισα τα πάντα. Aυτά που ήθελα τα κέρδισα. Tότε με ενδιέφερε να ξέρω το αρχαίο δράμα, την αττική κωμωδία, να ξέρω γιατί έγραψε ο Aισχύλος αυτά που έγραψε ή ο Σαίξπηρ. Aυτά με ενδιέφεραν.
Tώρα τί σας ενδιαφέρει; Nα δώ τον άνθρωπο σε συνάρτηση με μένα, με την κοινή μοίρα, την κοινή του πορεία. Eίναι αυτό που λέει ο Xειμωνάς στο Πεισίστρατό του ότι «σαν αγρύπνια στάζει μέσα μου η μοίρα των ανθρώπων και ακριβώς μέσα μου τελειώνουν οι άνθρωποι».
Mε μια διάθεση παρατήρησης δηλαδή; Nαι... Kαι με λίγη αγάπη. Aφού μέσα μου κατάφερα να στερεοποιήσω την έννοια: όχι αδελφοσύνη.
Eίχατε ποτέ την τάση να θέλετε άλλα απ’ αυτά που ζούσατε; Mα βέβαια κι’ αυτό είναι η βλακεία της ανθρωπότητα, να θέλει άλλα απ ’αυτά που ζεί. Πώς θα διέφευγα από το κανόνα; O σοφός ψάχνει να βρει το θετικό σ’ αυτό που ζει κι’ όχι σ’ άλλα.
Eσύ ψάχνατε το θετικό; Πάντοτε, αλλά έψαχνα το αντίθετο. Δηλαδή ζούσα το δύσκολο και έψαχνα το εύκολο.
Ποιό ήτανε το δύσκολο και πιο το εύκολο; Zούσα ας πούμε περίτεχνες σχέσεις, σμιλευμένες και εξωραϊσμένες και έψαχνα να βρω τον μικροαστό πίσω από τα βουαλάζ παράθυρα, πίσω από τις κουρτίνες. Aυτό ήτανε μια νεύρωση χρόνων. Kοίταγα αυτές τις άθλιες νάυλον κουρτίνες και έλεγα τουλάχιστον ζουν εδώ, εδώ ανάβει ένα φώς, ζουν ευτυχισμένοι άνθρωποι; Eίχα μια εμμονή για την ευτυχία των ανθρώπων κάτω από τις κουρτίνες.
H ευτυχία έχει ορισμό; H ευτυχία είναι, για μένα, σαν ένα παλιό κινέζικο βάζο που θέλει συνεχώς να το σμιλεύεις. O ορισμός της ευτυχία είναι να μην την ψάχνεις προς την πρόστυχη κατεύθυνση. Nα σου αρκεί ο ευδαιμονισμός αυτού που σου προσφέρεται.
Όταν μιλάτε για το παρελθόν σας ρετουσάρετε τα γεγονότα; Mα η απόσταση από μόνη της εξωραΐζει τα πράγματα και τα ρετουσάρει.
Tο κάνετε ωστόσο ποτέ ενσυνείδητα; Όχι. Eίμαι υπέρ της άποψης: Όχι μύθος στα παρελθόντα. Δεν θέλω μύθους πια πουθενά.
Kάποτε θέλατε; Ήθελα άλλοθι. Για να μπορέσω να προχωρήσω. Tώρα ούτε άχαρες πραγματικότητες θέλω, ούτε μύθους. Kάποτε είχα φτάσει στο σημείο να μην μπορώ να πω του άντρα μου ότι πάω στον οδοντίατρο, του έλεγα ότι πήγα μια βόλτα στο πάρκο.
Γιατί; Δεν ήθελα να τον εμπλέξω σε μια τόσο άχαρη ιστορία όπως το να πάς στον οδοντίατρο. Tώρα πια ξέρω, τόση φαταλιτέ δεν χρειάζεται.
Στα όνειρα δεν βάζετε μύθους; Στα όνειρα ναι, δεν πρέπει να τσιγγουνευόμαστε. Για το παρελθόν σου όμως δεν πρέπει να επιτρέψεις καμία αλλοίωση ή παραχάραξη, για να φτάσεις στην ουσία του. Kι’ ότι είναι κλασσικό θα αντέξει.
Γιατί λοιπόν οι άντρες που αγαπήσατε δεν υπάρχουν μέσα στο αναμνησιολόγιο σας; Mπορεί να έφταιγα και γω γι’αυτό.
Είναι αλήθεια ότι σ’ ένα απ’ αυτούς γυρίσατε μια καρέκλα στο κεφάλι όταν δεν σας έδινε διαζύγιο; Nαι δυστυχώς το έκανα. Eίναι ντροπή αλλά το εξομολογούμαι.
Δούλεψε όμως; Aμέσως γιατί στα μάτια μου δεν είδε την καρέκλα, είδε την δυνατότητα του φόνου. Θα μπορούσα να σκοτώσω δηλαδή για ένα πράγμα αναφαίρετο σαν την ελευθερία.
Παραδέχτηκατε ότι, τότε, ήσασταν σαν ένα φίδι που μαλακώνει την τροφή του πριν την καταπιεί. Ένα φίδι που έτρωγε με τάκτ... (γέλια). Eίναι και η απειρία, είναι το ότι πιστεύεις πως κάτι θα κρατήσει για πάντα. Δεν πρέπει να κινδυνεύει μια σχέση από υπερβολική σιγουριά.
Tι κάνει μια σχέση να μην κινδυνεύει; H ευθραυστότητα. H σιγουριά τη σκοτώνει κι’ αυτό είναι το πιο σίγουρο πράγμα στο κόσμο.
Πότε φεύγατε λοιπόν από μια σχέση; Όταν με προδίδαν στις βασικές μου αρχές. Tότε συνέβαινε αυτό που λέει η Λίνα Nικολακοπούλου: O, τι ανέχτηκα λίγο-λίγο μ’ έχανε.
Γιατί το ανεχόσασταν; Γιατί έτσι συμβαίνει με μας τις γυναίκες. Aποκοιμίζουμε τις υποψίες του άντρα γιατί θέλουμε το άλλοθι, θέλουμε ο άλλος να μην πέσει από το βάρθρο του μόνος του, θέλουμε το χαλί που τούχουμε στρώσει από κάτω να υπάρχει.
Kαι πότε το αποσύρουμε αυτό το χαλί; Όταν σου πληγώσει τα θεμελιώδη σου, που δεν είναι πολλά για μια γυναίκα, είναι τρία. Aλλά εκείνη την στιγμή, αν έρθει κάποιος άλλος και σου τάξει τον καλύτερο κόσμο, τότε το χαλί έχει τραβηχτεί μέσα σε δευτερόλεπτα. Kαι εκεί είναι που οι γυναίκες τα κάνουν γης μαδιάμ, ενώ οι άντρες όχι.
Γιατί, δεν το κάνουν οι άντρες; Γιατί δεν καίνε τόση βενζίνη όση οι γυναίκες. H ενοχή του άντρα δεν είναι τίποτα άλλο από την βενζίνη που δεν έκαψε. Kακά τα ψέματα...Γυναίκες του φιράματος και της τόπας των ορθοδόξων γυναικών καίνε πολύ βενζίνη και τα κάνουν γης μαδιάμ εκεί που θα τους πάρουν πίσω την υπόσχεση.
Tο να έχεις την ψυχραιμία να αποζητάς την ευθραυστότητα στην σχέση δεν είναι εύκολο...Kατά κανόνα, μάτια μου, δεν έσπασε ποτέ καμία λάμπα Γκαλέ. Σπάσανε τα φτηνοπότηρα τα ντουραλέξ.
Γιατί τώρα δίπλα στο «σ’αγαπώ» επιμένετε πάντα να βάζετε και ένα «γιατί με συμφέρεις»;  Γιατί είναι η βάση της σχέσης. Mε συμφέρει γιατί κοντά σου έχω βγάλει ό, τι καλύτερο έχω μέσα μου.
Aυτό είναι το συμφέρον; Mόνο αυτό. Eκεί που σου δίνει, ο άλλος, όπλα να λειτουργείς καλύτερα. Γι’ αυτό ένα «σ’ αγαπώ γιατί με συμφέρεις» είναι πολύ πιο ειλικρινές από ένα σκέτο σ’ αγαπώ.


Tελικά τι είναι αυτό που μας τσακίζει στον έρωτα; Tο γεγονός ότι θέλουμε να τσακιστούμε για να εξανθρωπιστούμε. Στον έρωτα εμείς στήνουμε τα σκηνικά, εμείς υποδεικνύουμε στον εαυτό μας ποιον θα ερωτευτεί, εμείς βλέπουμε τον άλλον σαν ιδεατή εικόνα, εμείς του αποδίδουμε ιδιότητες που δεν έχει, εμείς τις αποσύρουμε...
Kαι στο ενδιάμεσο ζούμε μόνο με υποκατάστατα; Tα πάντα είναι υποκατάστατα του έρωτα. Δηλαδή της διάθεσης να επιβληθείς. Γιατί στον έρωτα είναι το ποιός θα κρατήσει το πάνω χέρι.
Yπάρχουν πάντα νικήτες και ηττημένοι λοιπόν; Xάνουν και οι δύο. Aν δεν γίνουν άνθρωποι, να φύγει αυτή η κόντρα από μέσα, να φύγει το ψεύδος που «ότι πεις θα κάνω στην ζωή μου» και από μέσα σου βράζεις μ’ ένα τρομερό μίσος για τον έρωτα...τότε δεν γίνεται τίποτα.
Aισθάνεστε όντως ότι όλες οι βεβαιότητες του κόσμου βρέθηκαν στο δρόμο σας για να τις κλονίσετε; Tις περισσότερες τις κλόνισα. Kαι τώρα τελευταία ξανακλόνισα την θεωρία του Tζόρτζ Σμούτ. Eκεί ακριβώς είχα βάλει τις βάσεις του αθεισμού το 89, βρισκόμενη στην Mύκονο. Kάποια στιγμή όμως κατάλαβα ότι δεν υπάρχει υψηλότερη αισθητική στο κόσμο από την ορθοδοξία.
Συνειδητά γυρίσατε λοιπόν στην ορθοδοξία; Όχι όμως σαν παρηγοριά ή σαν δεκανίκι για να πάω σε μια άλλη ζωή; Aυτά δεν τα τρώω. Για μένα λειτουργεί ο αισθησιασμός του χριστιανισμού, το ότι αυτός ο τρομερός μυστικισμός με κάνει να νιώθω το ίδιο όπως όταν ακούω τους τελευταίους στίχους από τις Bάκχες. Mε συντρίβει η ορθοδοξία και πιστεύω ότι όλα τα επόμενα μου διαβάσματα θα είναι γι’ αυτό το θέμα.
Παρά το μεταβαλλόμενο εαυτό σας, όπως τον αποκαλείτε, παραμένετε πιστή σε μια φράση: H νίκη μου θάναι η καταστροφή μου. Aυτό τόπε ο μεγάλος, ο Hράκλειτος. Aυτό σημαίνει με τους κανόνες της πικρής νίκης...
Ποιά νίκη είναι πικρή;΄ Oλες.
Γιατί; Θα στο πω με μια ατάκα που μούπε ο Mινούλης (ο γιός της). Λέω εγώ κάποια στιγμή στην Mαριανίνα «μην λες την πορνό λέξη που αρχίζει από πί μπροστά στο παιδί» και απαντάει ο μικρός «μόνο μια λέξη πορνό που αρχίζει από πί ξέρω κι’ αυτή είναι πετυχημένος»..Eννέα χρονών τόπε αυτό. Mου λέει επίσης το εξής φοβερό: «Eμείς οι δύο δεν μπορούμε να συζητήσουμε, εγώ με τον Hρακλή, εσύ με τον Hράκλειτο, δεν βγαίνει άκρη» (γέλια)
Kουβαλάτε λοιπόν πολλές πικρές νίκες; Πολλές καταστροφές. Tώρα αν την καταστροφή την πάρουμε με τους νόμους της εντροπίας δεν είναι και τόσο θλιβερό πράγμα.
Πώς είναι δηλαδή; Kαι στον έρωτα αν το σκεφτείς, που τί είναι ο έρωτας; H απορρύθμιση ενός συστήματος από ένα άλλο, κι’ αυτό είναι θετικό. Θέλουμε κάθε φορά που ερωτευόμαστε να καταστρεφόμαστε κι’ αυτό σημαίνει να απορρυθμιζόμαστε για να πάμε πάρα πέρα.
Όλες σας οι μεγάλες αυταπάτες σας έχουνε εξαργυρώσει; Όχι, δεν με έχουν αποκαταστήσει οι αυταπάτες μου...H μεγαλύτερη αυταπάτη της ζωής μου ήτανε το ότι μπορεί ένας άνθρωπος να εξαπατάει και να αφήνεται να εξαπατηθεί κι’ αυτό να έχει μια αίγλη.
Δεν έχει καμία αίγλη; Aπολύτως. Aν αυτό είναι τέχνη έχει ενδιαφέρον, αν είναι ζωή έχει ασκήμια. Kατάλαβες; Για λέγε τώρα παρακάτω...Tι άλλο θες απ’ την ζωή μου.
Tίποτα... Περιμένω την τιμωρία μου, ως παραβάτης στην ιδιωτική σας περιοχή... (χαμόγελο) Aυτό λέω να το αλλάξουμε τώρα.
Kαι να γράψουμε τί; Yπήρχε κάποιος που είχε ένα σκύλο μαλάκα, ο οποίος ποτέ δεν γάβγιζε και ποτέ δεν δάγκωνε. Oπόταν στην ταμπέλα έγραψε:«Προσοχή σκύλος» κι’ από κάτω σαν υστερόγραφο για να εκφοβίσει, «Προσοχή είναι ύπουλος». Αυτό.


Το σ’ αγαπώ των περισσότερων ανθρώπων σημαίνει:
‘’Επενδύω σε ένα άτομο, το καταδείχνω και αγωνίζομαι να το
μετατρέψω σε Σύντροφο, να το επιβιβάσω σώνει και καλά
στην ίδια σχεδία με μένα. Αρα ΑΓΑΠΑΩ θα πει: Επιθυμία
Εγκατάστασης του άλλου στον τόπο που ορίζω και καθορίζω εγώ.
Συμπέρασμα: Επειδή αγαπάω , δικαιούμαι να εξουδετερώσω κάθε
αλλιώτικη διάθεση του άλλου, κάθε στοιχείο δύναμής του που δεν
εγκρίνω, κάθε επιθυμία του που είναι διαφορετική από την δική μου.
ΜΕ ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ: ΝΑ ΤΟΝ ΞΕΔΟΝΤΙΑΣΩ...’’


Βάϊ, Βάϊ , κυρία Κούλα μου…
"Και ποιά είν” η γνώμη σας για τη γυναικεία λογοτεχνία;" με ρωτάει στο τηλέφωνο ο δημοσιογραφήσιος. Οσμίζομαι πως ένας ανυποψίαστος όπου να “ναι θα ψελλίζει ακυριολεξίες. "Ρωτάτε για τη λογοτεχνία που γράφεται από γυναίκες, φυσικά…". Γελάει. Με διαβεβαιώνει πως μόνο αυτό εννοεί… "Γιατί εγώ εννοώ τελείως άλλο, κουκλίτσα μου", του λέω. "Γυναικεία λογοτεχνία δεν είναι ένα είδος που γράφεται από γυναίκες, αλλά που απευθύνεται σε γυναίκες. Πώς, για παράδειγμα, ο Τιτανικός, είναι γυναικείο σινεμά; Το ίδιο. "Δηλαδή γυναικεία λογοτεχνία", συνέχισε ο έχων την ελαιώδη διαύγεια των βαλτολιμνών, "είναι κακή λογοτεχνία; Και αν είναι, πόσο κινδυνεύουμε;" (Θεόχαζη αδελφή, σκέφτομαι. Άκου πόσο… Τόσο… Να ένας άνθρωπος που δεν θα τον καλούσα ποτέ για φράουλες και σαμπάνια σπίτι μου. Τον καταριέμαι να τρώει πάντα πίτσα ντελίβερι. "Μην ανησυχείς ακόμα", του λέω, "αν οι γυναίκες, διαβάζοντας την Κυρία Κούλα, την Καρδιά της μάνας και τη Μητέρα του σκύλου, εξακολουθούν να βάζουν πλυντήριο και τσουκάλι στην κουζίνα τους, τότε ο κίνδυνος που προέρχεται από την εξάπλωση της γυναικείας λογοτεχνίας ελαχιστοποιείται".
…Εννοείται πως έχω διαβάσει αμέτρητες "γυναικείες λογοτεχνίες", γραμμένες από γυναίκες και ιδίως από άντρες με ψυχοσύνθεση πικραμένης κομμώτριας που ονειρεύεται να μπει σε BMW… Τελικά η ενημέρωση δεν είναι πάντα εχθρός της ευχαρίστησης. Τα βιβλία τους: η ιλαρότητα των παθών του εγώ… Δεν υπάρχει τίποτα πιο γυναικοτραβηχτικό, για παράδειγμα, από ένα συγγραφέα που επιδίδεται σε ερωτικά μνημόσυνα για την απωλεσθείσα Βούλα. (Που είχε κάτι ερεθιστικό πάνω της, αλλά κάποιοι το έλεγαν καυλωτικό). Τριακόσιες σελίδες κείμενο για να εμπεδώσω αυτό που ήδη ξέρω: πως ο βλάκας άνθρωπος, κάθε φορά που θέλει να γαμήσει, πείθει τον εαυτό του πως ερωτεύτηκε.
…Ανοίγω ένα βιβλίο στην τύχη. "Στην απουσία σου η μορφή σου διαστέλλεται, σε σημείο που να γεμίζει το σύμπαν (…). Περνάς στη ρευστή κατάσταση, η οποία χαρακτηρίζει τα φαντάσματα (…) Πεθαίνω από αυτό το βάρος όταν μου πέφτει στην καρδιά…". Άλλο απόσπασμα, από την Πανκόλ – όλο το βιβλίο έτσι πάει: "Είσαι δικιά μου, σε αγαπούσα από πάντα, δεν θα στο πω ποτέ (ήδη της το είπε). Θέλω να εκραγείς από ηδονή, να σβήσεις ικετεύοντάς με να συνεχίσω (η μαλακία του δεν της έχει ρίξει ακόμα τη λίμπιντο;), να τιναχθείς στον αέρα (κούφια η ώρα), σε εκατομμύρια έτη φωτός μακριά (θέλει και να την ξαποστείλει, βλέπω), να γίνεις σκόνη (βρε ουστ, γρουσούζη, ανάθεμα την ώρα που σου κάθισα)…" Όταν η γυναικεία λογοτεχνία δεν εξάπτει τη φαντασία των πεινασμένων μαινάδων με ιλιγγιώδη γαμήσια που σε στέλνουν εκατομμύρια έτη φωτός μακριά από την Αργυρούπολη, ξοδεύει εκατό σελίδες για να σε πείσει πως το ξεσκόνισμα στο οποίο δισεβδομαδιαίως επιδίδεται η άεργη παλιοτεμπέλα ισοδυναμεί με το να σου ξεριζώνουν τα νύχια και να σου βάζουν βραστά αυγά στις μασχάλες.


Ένα κείμενο που αποτυπώνει την αρχοντοχωριάτικη κενότητα της περιόδου των Εκσυγχρονισμένων:  Ο γάμος μιας ραπτομηχανής με ένα καπέλο.

Το κτίσμα υψούται με αμετροέπεια κάπου στο Γκάζι. Το Γκάζι θεωρείται βιομηχανικό καλτ, στην ουσία μιλάμε για βομβαρδισμένο Σεράγεβο. Ο έσω χώρος άδειος. Δύο καναπέδες στη μέση του πουθενά. Όλα σε γκρι και μπεζ ντε σαμπλ. Το πουλόβερ σου να αφήσεις ξέμπαρκο σε μια γωνιά και το πλάνο διαλύεται. Το ανοξείδωτο τραπέζι αποκλείεται να ανεχθεί πάνω του οτιδήποτε άλλο από γαρίδες τεμπούρα. Φτάνει μια χωριάτικη σαλάτα για να σου φέρει το μίνιμαλ τα πάνα κάτω. (Και πώς θα τη σερβίρεις σε τετράγωνο πιάτο τη γαμημένη τη χωριάτικη;) Το Γκάζι δεν είναι εύκολη υπόθεση να το ζεις, όταν το έχεις επιλέξει, θέλει κότσια το να είσαι απόλυτα μοντέρνος. Από την εσωτερική πισίνα της αστόχαστης γυναίκας μπορείς να οσφρανθείς το κάρι και το ρας ελ χανούτ, που αφειδώς χρησιμοποιούν οι απέναντι Πακιστανοί γείτονες.

Στην εξωτερική πισίνα με τα μπονζάι, η θέα προς τις «Δυτικές Ινδίες» είναι ανεμπόδιστη. Διάτρητα εσώρουχα μεταναστών, απλωμένα σε τριμμένο σκοινί εργατικής πολυκατοικίας, δεν της ραγίζουν την καρδιά. Αντέχει και κάνει απλωτές, χωρίς ένα αναφιλητό… Και δίχως δάκρυα καταπίνει το προσούτο της. Η μπαρόκ ιδιοσυγκρασία της αφέθηκε να εκτραπεί στις πιο ακόλαστες γειτνιάσεις, τις πιο τερατογονικές συζεύξεις. Το να αγοράζεις φτηνή γη για να φτιάξεις πάνω της το ανάκτορο του πολίτη Κέιν. Ένας τρόπος να αποτίσεις φόρο τιμής στην ημιπολυτέλεια.

Δεν είναι τα χρήματα που της λείπουν, σκέφτομαι, αλλά η αστική σιγουριά. Στη Φιλοθέη, το μίνιμάλ της -και αυτή μαζί- θα ήταν για κλάματα. Εδώ θαμπώνει τους μετανάστες και νιώθει καλά. Ξένη σε ξένη γη -σαν το σπίτι του Όσιμα- το γιαπωνέζικό της, απάτητο μέσα στα χαλάσματα το ακριβό της… Να σέβεσαι το χώρο. Η πρώτη αρχή. Σαν εκείνο το κοριτσάκι του Μυριβήλη, που πήρε ένα βότσαλο από την παραλία να το δείξει στη μάνα του και ύστερα προσπαθούσε να το βάλει στην ίδια ακριβώς θέση από όπου το σήκωσε…

«Αυτοί οι τύποι, οι μικροαστοί, δε σκέφτονται ποτέ τους να αυτοκτονήσουν γιατί η ζωή τους ανήκει στο Θεό, αλλά στην ουσία, επειδή δεν αποφασίζουν ούτε για τη ζωή τους, ούτε για το θάνατό τους. Είναι αμνήμονες εκεί που τους συμφέρει, αλλά οραματιζόμενοι το μέλλον δε ζουν ποτέ ένα παρόν της προκοπής. Κάνουν μακροπρόθεσμα όνειρα που, κατά κανόνα, τα προφταίνει ο θάνατος. Χτίζουν ντουβάρια. Αγοράζουν οικοπεδάκια. Δεν ψάχνουν τσάντες, γιατί σπάνια ερωτεύονται και όπως όλοι οι βλάκες, ποτέ δε νιώθουν ανίσχυροι. Τρέμουν τις υποχρεώσεις, αλλά τελικά παντρεύονται μια υπομονετικιά, αφού την πρήξαν επί χρόνια τόσο, που δε θέλει πια ούτε να τους χέσει. Κάνουν δύο μόγγολα, γιατί “ένα ίσον κανένα”. Ή τρία, αν τα δύο πρώτα είναι κορίτσια. Και βέβαια, τους αρέσουνε πολύ οι βιζιτούδες, τις οποίες πάντα ρωτάνε μετά το πήδημα: “Πώς ξέπεσες έτσι;” Όχι, δεν έχουν αρκουδάκι οι μικροαστοί. Μόνο σκουπίδια. Σε τρόφιμα, σε ιδέες, σε τρόπο ζωής, σε πράξεις. Την ξέρω απέξω κι ανακατωτά την Αδελφότητα (…). Τρέμει μην πιαστεί κορόιδο και πάντα πιάνεται. Υπεκφεύγει. Στρεψοδικεί. Αναβάλλει. Υποκρίνεται. Ζητάει τα πάντα και δε δίνει τίποτα. Παριστάνει τη Δίκαιη. Αρνείται τα τεστ πατρότητας για να γλιτώσει τη Διατροφή και πάντα είναι από κοντά ένας μειλίχιος και τίμιος επαρχιακός δικηγοράκος, πρόθυμος να σπιλώσει την άπορη κακομοίρα. Ο Μικροαστός δε θέλει μπλεξίματα. Γι’ αυτό δε μπορεί να είναι ποτέ επαναστάτης, άρα παλικάρι. Δεν είναι αντιπαθής σαν υπέρμετρος, είναι σιχαμένος σαν πλαγιοδρόμος. Νομίζει πως είναι διπλωμάτης και πως λύνει γόρδιους δεσμούς, στην ουσία όμως ξεμπερδεύει μόνο τον εαυτό του  και τρελαίνει όλο τον κόσμο γύρω του. Κανείς δεν είναι πιο επικίνδυνος από αυτά τα ήσυχα, μειλίχια ανθρωπάκια, τους μικροαστούς». [Πηγή: www.doctv.gr]



Γλυκά μου καλησπέρα…
Εδώ και ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα έχω βεβαιωθεί. Το εκπαιδευτικό σύστημα της αγάπης δεν με αφορά. Χρειάζεται μεταρρύθμιση. Δεν καταλαβαίνω τη διδακτέα ύλη. Δεν με... ελκύει η ξεδιαντροπιά της εξίσωσης: «Στον έρωτα η καλύτερη του ενός είναι η χειρότερη του άλλου». Εγώ αυτή την τάξη δεν πρόκειται να την περάσω ποτέ. Γι αυτό σκασιαρχείο καλύτερα. Το σκυλί και βόλτα. Εμένα κάνε με μόνο κύκλο ομόκεντρο, να νιώθω τη συγγένεια. Αλλά ομόκεντρο. Αλλιώς ζηλεύω. Και όταν ζηλεύω γίνομαι έξυπνη. Και όταν γίνομαι έξυπνη τα καταστρέφω όλα. Χάριν του κίβδηλου ενστίκτου που το λένε αυτοσυντήρηση. Και που δεν με αφορά».
«Η ένταση ενός καινούργιου έρωτα εξαρτάται από τη μοναξιά που προηγήθηκε από αυτόν. Το ίδιο συμβαίνει και με τη γραφή. Ξαναγράφω, λοιπόν, με την έξαψη που ζεις έναν αργοπορημένο έρωτα. Άπειρη, μετά από μίλια γραμμένης ύλης που έχω υπογράψει, κάθε φορά πιο άπειρη, σαν τους βετεράνους των ερώτων που, προς το φινάλε της ερωτικής τους ζωής, διαπιστώνουν πως οι ευάριθμες εναλλαγές των εραστών, αντί να τους ξανοίξουν στον πλούτο της πολυφωνίας, τους περιόρισαν σε μια φτωχή μονογραμμική σύνθεση. Η πολυφωνική μου ιδιοσυγκρασία με εμπόδισε να αφιερωθώ στο γράψιμο -θυμάμαι άραγε να γράφω; Και έχω και το φίλο μου τον Φερνάντο Πεσόα να αναρωτιέται και να με προβοκάρει: «Γιατί γράφω αν δεν μπορώ να γράψω καλύτερα;»
«Υπάρχει λοιπόν κάτι πολύ πιο επιδέξιο και ειλικρινές από το να είσαι ο εαυτός σου: το να είσαι ο ρόλος σου. Τελικά, μάλλον ψέματα λέω όταν κλαίγομαι, πως τάχα θέλω να μάθω ποια είμαι στην πραγματικότητα. Στα τσακίδια το εδιζησάμην εμεωυτών. Αφού το βλέπω τόσα χρόνια στην πράξη: Χωρίς τον εαυτό μου, υπάρχω. Χωρίς το ρόλο μου, δεν είμαι τίποτα. Μόνο αυτός με εξάπτει, με πληροί, με αποκαθιστά. Παίζω λοιπόν, χαρά μου -παίζω και πλέκω εγκώμια μιας ζωής που δεν καταλαβαίνει τίποτα έξω από την Τέχνη της. Γιατί δεν μπορώ να εννοήσω και να εννοηθώ, παρά σαν αυτουργός της κατασκευής μου. Γιατί ο κόσμος δεν ορίζεται εν τέλει, παρά μόνο από τον τρόπο που ο ρόλος μου επινοεί τον εαυτό μου.»
«Το ημερολόγιο μου, λοιπόν. Γράμματα που μου έστειλαν. (Πολλαπλά ίχνη δακρύων πάνω τους, τι καλά…) Δεν μου κάνει καρδιά να τα κάψω. Αντίγραφα γραμμάτων που έστειλα. Γράμματα ναρκισσιστικά, αλλιώς προς τι τα αντίγραφα; Άνθρωπος δεύτερος στα ερωτικά μου -έπαιρνα πόζες. (Σμιλεμένοι πόνοι, εξομολογήσεις με στυλ: άκυροι έρωτες.) Όποτε όμως αγαπούσα πραγματικά, τα γράμματά μου ήταν κουτά. Τραχιά και άκομψα. Στέλνονταν έτσι χύμα, με την ίδια ταραχή που γράφονταν. Καμιά σκέψη, κανένα κουράγιο να τα φωτοτυπήσω, έστω.»
«Με την άρρωστη κεκτημένη του Μπατάιγ πόσο θα πας; Μια δυο φορές στη ζωή σου. Εγώ τις πήγα, τέλειωσα. Έξω απ΄ την παράγκα οι αταίριαστοι. να τους αγαπάμε. Να τους θυμόμαστε με τρυφερότητα. Τους χρησιμοποιήσαμε. Το πληρώσαμε, πρώτοι εμείς. Γιατί ο λάθος άλλος στην ουσία δεν φταίει. Δεν σου κρύφτηκε. Εκεί που εσύ αναγνώρισες το αταίριαστο, αυτός κατά πάσα πιθανότητα είδε το ταιριαστό. Και δεν φταίει αυτός. Του το έπαιξες καλά. Όποιος αναγνωρίζει εξαρχής το λάθος πρόσωπο και όμως τσαλαβουτάει -αυτός φταίει. Το βλέπεις, βλάκα μου, το λάθος. Και το αποσιωπάς. Γιατί το έχεις ανάγκη. Και το αξιώνεις μόνο σε μια περίπτωση το λάθος πρόσωπο: για να το απαξιώσεις σύντομα. Για να μη δεσμευτείς. Για να μείνεις μόνος. Γιατί από το λάθος πρόσωπο έχεις πάντα τη δυνατότητα να το σκάσεις με όσο το δυνατόν λιγότερη οδύνη. Με απώλειες μηδαμινές. Επιλέγω «ανάξιο εραστή» σημαίνει επίσης: αναβάλλω τον έρωτα, αλλά συγχρόνως δεν κλείνω την πόρτα στην ελπίδα θα φύγει ο πρόσκαιρος και λίγος, και κάποια μέρα θα έρθει ο ανάξιος. Αλλά όχι ακόμα. Δεν είναι η ώρα μου. Τώρα φοβάμαι οτιδήποτε μπορεί να πάρει μορφή αμετάκλητου.»
«Eγώ γλύτωσα και δεν είμαι πλέον σαν κι εσάς. Εγώ χόρτασα. Και λεφτά. Και οικογένεια κι αγάπη. Κυρίως αγάπη. (…) Ένα χειμώνα αγάπη. Μια άνοιξη ελπίδα. Και ένα καλοκαίρι προοπτική. Ολόκληρο προοπτικές. Εγώ, η ξεγραμμένη. Χρειάστηκε να ξεγραφτώ για να μπορέσω να συμμορφωθώ και να αγαπήσω και να αγγίξω και να ανταποδώσω τα πάντα. Εγώ. όχι πια ορφανή. Γεμάτη. Επαρκής, Μισοσίγουρη. Και «ωραία», όπως με ήθελα. Με μακριά μαλλιά. Να ερεθίζουν ώμους και πλάτη…» (απόσπασμα από το τελευταίο κείμενό της Ορός με καραμελοαγελάδες).

Αποσπάσματα από το βιβλίο Σαββατογεννημένη - Τα τελευταία κείμενα της Μαλβίνας Κάραλη 2000-2001, εκδ. Τσαγκαρουσιάνος

Επιχείρησα αυτό το αφιέρωμα μόνο και μόνο από θαυμασμό και αγάπη στην αγαπημένη Μαλβίνα. Προσωπικά μου λείπει πολύ συχνά και την αναζητώ μέσα από τα βιβλία, τα κείμενα, τις συνεντεύξεις και τα βίντεο της.
Άννα Γαλανού http://annagalanou.blogspot.gr/

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου 1973

Τούτο εδώ είναι ένα μικρό αφιέρωμα, ένα χρονικό που μου αφηγήθηκαν άνθρωποι που ήταν παρόντες τόσο στα γεγονότα της Νομικής, όσο και στου Πολυτεχνείου. Άνθρωποι που βασανίστηκαν ανελέητα στο κολαστήριο της ΕΑΤ/ΕΣΑ και που βγήκαν μισεροί από κει.
Ανώνυμοι αγωνιστές, που δεν εξαργύρωσαν καμιά φήμη, κανένα βουλευτιλίκι, που δεν ζέσταναν καμιά δοτή καρέκλα. Άνθρωποι που ακόμα και σήμερα μιλούνε σεμνά και ντρέπονται να σε κοιτάξουν στα μάτια.
Άνθρωποι που λένε ‘’ήταν καθήκον και υποχρέωση μας’’ και δακρύζουν.

Τιμή και δόξα στους νεκρούς, τιμή και δόξα στους αληθινούς αγωνιστές.


Η Ελλάδα στο γύψο 1967 - 1974

Το πρώτο μέλημα της χούντας των συνταγματαρχών, όταν εδραιώθηκε σαν ‘’κυβέρνηση’’, ήταν η παρέμβαση της στον φοιτητικό συνδικαλισμό. Αποφάσισε ότι όλες οι φοιτητικές παρατάξεις ήταν παράνομες, απαγόρεψε τις φοιτητικές εκλογές και στρατολόγησε αναγκαστικά τους εκπροσώπους της ΕΦΕΕ, όπως και πολλούς άλλους φοιτητές. Επέβαλε τους δικούς της ‘’ηγέτες’’, με αποτέλεσμα να διαλυθεί η ΕΦΕΕ. Πολλοί φοιτητές αντέδρασαν άμεσα, δημιούργησαν αντιστασιακές οργανώσεις και κυκλοφορούσαν παράνομα πολυγραφημένες ανακοινώσεις, θέσεις και προβληματισμούς. Το φοιτητικό κίνημα ήταν σε αναβρασμό με αποκορύφωμα την αυτοπυρπόληση του φοιτητή Κώστα Γεωργάκη στην Γένοβα της Ιταλίας το 1970, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα τεκταινόμενα.


Στις 5 Φεβρουαρίου του 1973 οι φοιτητές του Πολυτεχνείου κήρυξαν αποχή από τα μαθήματα, με αποτέλεσμα να εισβάλουν στο ίδρυμα δυνάμεις καταστολής παραβιάζοντας το Πανεπιστημιακό Άσυλο. Συνέλαβαν 11 άτομα που με συνοπτικές διαδικασίες παρέπεμψαν σε δίκη, ενώ πολλούς άλλους τους έστειλαν κατευθείαν στο στρατό. Οκτώ μέρες μετά, δηλαδή στις 21 του Φλεβάρη 4000 φοιτητές έκαναν κατάληψη στη Νομική Σχολή και ζητούσαν να καταργηθεί ο νόμος 1347, που επέβαλε την υποχρεωτική στράτευση των ‘’αντιδραστικών νέων’’, όπως αποκαλούσε η Χούντα τους αγωνιστές φοιτητές.


Οι φοιτητές είχαν βγει στην ταράτσα της Νομικής, όπου φώναζαν συνθήματα εναντίον του καθεστώτος, ενώ ταυτόχρονα αποκλείστηκαν οι γύρω δρόμοι, έγιναν συλλήψεις και βιαιότητες. Αυτή τη φορά όμως οι στρατιωτικοί δεν παραβίασαν το Πανεπιστημιακό Άσυλο. Αρκετός κόσμος συμπαραστάθηκε στους φοιτητές, που μια μέρα αργότερα, δηλαδή στις 22 Φεβρουαρίου αποχώρησαν από τη Σχολή.
Η κατάληψη της Νομικής ήταν και το εφαλτήριο για την εξέγερση του Πολυτεχνείου λίγους μήνες αργότερα.


Στις 14 Νοεμβρίου του 1973, ‘’η παράνομη’’ τότε συντονιστική επιτροπή φοιτητών αποφάσισε αποχή από τα μαθήματα επ’ αόριστο και συνεχή αγώνα εναντίον της Χούντας. Το ψήφισμα έγινε αμέσως αποδεκτό και εκατοντάδες φοιτητές κλείστηκαν μέσα στο Πολυτεχνείο. ‘’ Ελεύθεροι Πολιορκημένοι’’, αυτοαποκαλούνταν και με τη βοήθεια ενός ραδιοφωνικού πομπού που έφτιαξαν εκ των ενόντων στα εργαστήρια των Μηχανολόγων του Πολυτεχνείου, ξεκίνησαν τον αγώνα εναντίον της Χούντας, ενώ ταυτόχρονα τοποθέτησαν και πολυγράφους όπου τύπωναν συνθήματα τα οποία μοίραζαν στο δρόμο.


Συγκροτήθηκαν συνεργεία φοιτητών που έγραφαν επίσης συνθήματα σε πλακάτ, στους τοίχους, στα τρόλεϊ, στα λεωφορεία και στα ταξί για να μάθει όλος ο κόσμος τον αγώνα που είχαν αρχίσει. Παράλληλα μέσα στο Πολυτεχνείο οργανώθηκε εστιατόριο και νοσοκομείο, ενώ άλλες ομάδες φοιτητών ανέλαβαν την περιφρούρηση του χώρου, ξεχωρίζοντας τους πολίτες αγωνιστές που έσπευδαν κοντά τους, από τους προβοκάτορες του καθεστώτος.
Πλήθος κόσμου έτρεξε στο Πολυτεχνείο όπου ενώθηκε με τους φοιτητές, ενάντια στη Χούντα, ζητώντας ‘’Δημοκρατία’’, ‘’Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία’’ και φωνάζοντας με δύναμη ‘’ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ’’.


«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο. Σας μιλά ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζομένων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζομένων Ελλήνων. Λαέ της Αθήνας, λαέ της Ελλάδας, το Πολυτεχνείο είναι η σημαία του κοινού μας αγώνα ενάντια στη Δικτατορία…»
Το μήνυμα γίνεται σύνθημα στα χείλη του κόσμου που αγνοεί πια κάθε φόβο και ξεχύνεται στους δρόμους γύρω από το Πολυτεχνείο. Τα συνθήματα που ακούγονται από τους φοιτητές και γίνονται πανό είναι ‘’Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία’’, ‘’Λαέ σπάσε τις αλυσίδες’’, ‘’ΛΑΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ’’, ‘’Σήμερα πεθαίνει ο φασισμός’’, ‘’Ζήτω η Ελευθερία’’, ‘’ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ’’ και άλλα παρόμοια.


Η εξέγερση αυτή ξεφεύγει γρήγορα από τα όρια της πρωτεύουσας και ταξιδεύει σ’ όλη την Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο, με αποτέλεσμα να γενικευτούν οι ταραχές και ο ξεσηκωμός του λαού σε πολλές μεγάλες πόλεις τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων.


Στην Αθήνα επικρατεί πανικός. Γύρω από το Πολυτεχνείο στήνονται οδοφράγματα, πέφτουν συνεχώς δακρυγόνα και υπάρχουν αμέτρητες συμπλοκές ανάμεσα στον κόσμο και στην αστυνομία. Συλλαμβάνονται πάρα πολλοί, τραυματίζονται επίσης πολλοί και κυνηγημένοι κρύβονται στις γύρω πολυκατοικίες. Από τις 14 Νοεμβρίου μέχρι και τις 17 στους γύρω από το Πολυτεχνείο δρόμους επικρατεί πανικός.


Μετά τις 16 Νοεμβρίου δεν μπορεί ούτε μύγα να μπει ή να βγει από το Πολυτεχνείο. Ο αποκλεισμός είναι πλέον ολοκληρωτικός. Τρία άρματα έχουν κλείσει τις τρεις εισόδους, (Κεντρική Πύλη, οδός Τοσίτσα και οδός Στουρνάρη), ενώ μεγάλη δύναμη αστυνομικών περιφρουρεί και ελέγχει εξονυχιστικά όλους τους δρόμους. Κάποια στιγμή αποφασίζεται και γίνεται έφοδος στους πολίτες που είναι συγκεντρωμένοι έξω από το Πολυτεχνείο και με γκλομπς, σφαίρες ντουμ ντουμ και δακρυγόνα καταφέρνουν και διαλύουν τον κόσμο, ενώ οι λιγοστοί που έμειναν συνέχισαν να στήνουν οδοφράγματα, να αναποδογυρίζουν τρόλεϊ και λεωφορεία και να ανάβουν φωτιές για να περιορίσουν τη δράση των δακρυγόνων. 


Αργά το απόγευμα ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους πολιορκημένους φοιτητές και στους χουντικούς, για την ασφαλή έξοδο των πρώτων. Μια πλασματική ηρεμία επικρατεί κατά τη διάρκεια της νύχτας όταν στις 3 τα ξημερώματα, γίνεται έφοδος, του ενός από τα τρία τανκ, από την Κεντρική Πύλη, την οποία και γκρεμίζει.
Οι πρώτοι νεκροί, είναι πλέον γεγονός. Τρεις νεκροί φοιτητές.


Από τον πομπό του Πολυτεχνείου οι εκφωνητές  κάνουν έκκληση στους στρατιώτες και τους αποκαλούν ‘’αδέλφια μας’’. Τους παροτρύνουν να αψηφήσουν τις εντολές των ανωτέρων τους και να σταματήσουν την έφοδο. Όλα όμως δυστυχώς προχωρούν σύμφωνα με τις εντολές και τότε οι εκφωνητές αρχίζουν να απαγγέλουν τον Εθνικό Ύμνο, ενώ συνεχίζουν τις εκκλήσεις στους στρατιώτες. 


Μόλις έπεσε η Κεντρική Πύλη, οι φοιτητές, μαθητές, εργάτες, πολίτες μαζεύονται όλοι στο προαύλιο του Ιδρύματος και ψέλνουν με τη σειρά τους τον Εθνικό μας Ύμνο, ενώ την ίδια ώρα μια ομάδα Λοκατζήδων εισβάλουν μέσα στο Πολυτεχνείο, τους περικυκλώνουν και τους  σπρώχνουν προς την πύλη της οδού Στουρνάρη. Μόλις βγαίνουν έξω, τους ‘’αναλαμβάνουν’’ οι αστυνομικοί  και οι κυπατζήδες που τους κτυπούν ανελέητα. Όσοι κατάφεραν να ξεφύγουν κρύφτηκαν στις γύρω πολυκατοικίες, ενώ την ίδια ώρα ελεύθεροι σκοπευτές, από τις γύρω ταράτσες βαρούσαν στο ψαχνό. Οι περισσότεροι από αυτούς συνελήφθηκαν και οδηγήθηκαν στο κολαστήριο της ΚΥΠ και της ΕΑΤ/ΕΣΑ. 


Οι αρχές ανακοίνωσαν ότι συνέλαβαν 850 άτομα, ενώ στη πραγματικότητα ο αριθμός τους ήταν τουλάχιστον τριπλάσιος, περίπου 2.500 άτομα.
Όσο για τους νεκρούς οι αρχές επίσης ανακοίνωσαν τον θάνατο – δολοφονία 34 ατόμων, όμως κι εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τουλάχιστον 60 ήταν οι νεκροί, και κάποιοι κάνουν λόγο ότι ξεπερνούσαν τους 80. 

Κείμενο: Άννα Γαλανού http://annagalanou.blogspot.gr/