Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Γιάννης Τσαρούχης - Ένας ξεχωριστός ζωγράφος



Τα πρώτα χρόνια. 

Ο Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1910. Η οικογένεια του ζωγράφου καταγόταν από τα Ψαρά. Το 1927 μετακόμισαν από τον Πειραιά στην Αθήνα, αλλά ο Τσαρούχης είχε ήδη επηρεαστεί από το θέατρο Σκιών του Καραγκιόζη και τα νεοκλασικά κτίρια της περιοχής που μεγάλωσε. Παρόλο που από έξι ετών ζωγράφιζε και σχεδίαζε κοστούμια, όταν ήταν μικρός ήθελε να γίνει ακροβάτης, γιατί του «άρεσε πολύ το ιπποδρόμιο». Οι γονείς του από την άλλη, τον φαντάζονταν σπουδαίο δικηγόρο ή μηχανικό. Δύο χρόνια αργότερα ,το 1929, παρουσίασε την πρώτη του έκθεση στο «Άσυλο Τέχνης», που γνώρισε μεγάλη επιτυχία.

«Πρέπει να βοηθήσουμε τη νεολαία που ενδιαφέρεται για την τέχνη να έχει μια πλήρη γνώση της τέχνης. Αλλά νομίζω ότι είναι αδικία να προσπαθούμε να μάθουμε αυτούς που δεν ενδιαφέρονται για τέχνη τι είναι τέχνη. Θέλω οι οπαδοί της τέχνης να είναι αυθόρμητοι και να έχουν αληθινή κλήση προς την τέχνη. Δεν νομίζω ότι πρέπει να υποχρεώσουμε τους ανθρώπους να εκτιμούν την τέχνη αν δεν το 'χουν φυσικό τους ­ αλλά μόλις δούμε ότι ενδιαφέρονται θα πρέπει να τους δίνουμε όλα τα μέσα ­ γιατί αυτό θα δημιουργήσει υποκριτές και σνομπ ανθρώπους οι οποίοι θα γεμίζουν τα κενά της ζωής τους με υποκρισία περί τέχνης». 

Πίνακες του Γιάννη Τσαρούχη. Μουσική, Μάνος Χατζιδάκις 

Οι επιρροές και τα ταξίδια του Τσαρούχη

 Έπειτα από την έκθεση, φοίτησε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών έως το 1933. Ορισμένοι από τους καθηγητές του ήταν ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ο Δημήτρης Μπισκίνης (γνωστός διακοσμητής), ο Θωμάς Θωμόπουλος (γλύπτης) και ο Γιώργος Ιακωβίδης. Ο περίφημος αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης πρότεινε στον ζωγράφο να μαθητεύσει κοντά στον Κωνσταντίνο Παρθένη, όπως κι έγινε. Παράλληλα με την σχολή Καλών Τεχνών, ο Γιάννης Τσαρούχης έπαιρνε σημαντικά μαθήματα για τη ζωή και την τέχνη, καθώς ήταν και βοηθός του Φώτη Κόντογλου. Από τον Αϊβαλιώτη ζωγράφο, ο Τσαρούχης γνώρισε την τέχνη της βυζαντινής αγιογραφίας.

Το 1936 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην πρωτεύουσα της Γαλλίας, αλλά και στην Ιταλία. Επιθυμία του ήταν να γνωρίσει τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Αναγέννησης και του Ιμπρεσιονισμού, αλλά και να δει από κοντά έργα σπουδαίων καλλιτεχνών, όπως ήταν ο Ματίς. Προτού εγκατασταθεί μόνιμα στο Παρίσι το 1967, ταξίδεψε εκεί τουλάχιστον άλλες δύο φορές. Η μία για να να αναπνεύσει καλύτερα από την καλλιτεχνική και πολιτική ασφυξία της χούντας και η άλλη για να ακολουθήσει μια θεραπεία η αδελφή του. Πέρα από τη ζωγραφική, ο Γιάννης Τσαρούχης, ήδη από το 1928, είχε ασχοληθεί ενεργά και με το θέατρο. Μάλιστα, τα κοστούμια και τα σκηνικά για την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου Πριγκίπισσα Μαλένα, τα είχε επιμεληθεί ο ίδιος. Ακολούθησαν συνεργασίες με την Έλλη Παπαδημητρίου και τον Κάρολο Κουν, όπου μαζί και με τον Διονύση Δεβάρη ίδρυσαν το 1934, τη Λαϊκή Σκηνή. Το 1977 ανέβασε τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.


Το 1947 πραγματοποίησε 2 ατομικές εκθέσεις με υδατογραφίες και θεατρικά προσχέδια. Το 1950 μετέβη εκ νέου στο Παρίσι όπου ένα χρόνο μετά,το 1951, εξέθεσε στο Παρίσι και στο Λονδίνο στη "Ρέτφρη Γκάλερυ", ενώ το 1953 υπέγραψε συμβόλαιο με τη γκαλερί Ιόλας της Ν. Υόρκης. Το 1956 υπήρξε υποψήφιος για το βραβείο Γκούγκενχαϊμ και το 1958 πήρε μέρος στη Μπιενάλε της Βενετίας. Το 1967 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Το 1982 εγκαινιάστηκε το Μουσείο Γιάννη Τσαρούχη στο Μαρούσι, στο σπίτι του καλλιτέχνη, που ο ίδιος μετέτρεψε σε Μουσείο παραχωρώντας την προσωπική συλλογή των έργων του. Παράλληλα λειτουργεί το Ίδρυμα Τσαρούχη με σκοπό τη διάδοση του έργου του ζωγράφου.

(Από τον τόμο Αγαθόν το εξομολογείσθαι, Καστανιώτης 1989)

Αυτοί οι ζεϊμπέκηδες ήταν ντυμένοι με τις παλιές στολές τους και έμοιαζαν πολύ μ’ αυτούς που είχε ζωγραφίσει ο Γύζης και ο Λύτρας. Ο ένας απ’ αυτούς, ως τριανταπέντε χρονών, μιλούσε καλά ελληνικά και μου έλεγε διάφορα πράγματα. Ιδίως μου μιλούσε για το πώς χόρευε ένας νεαρός που ήταν μαζί τους και όλο έλεγε ότι κανείς δεν τον φτάνει στο χορό.
Προς το ηλιοβασίλεμα, όταν ξεκίνησε το πλοίο για την Πόλη, ο νεαρός χόρεψε πάνω στο κατάστρωμα.Ήταν κοντός και χοντροκόκαλος, αλλά μόλις άρχισε να κινείται πραγματικά μετεμορφώθη. Δεν ήταν πια το ίδιο πρόσωπο. Την ανδρεία του, γιατί ήταν ανδρείος πολύ, σχεδόν άγριος, συνεπλήρωνε περίεργα ένα είδος ταπεινότητος και ένα είδος ευγνωμοσύνης, που δεν ήταν γνωστό ποιον απευθύνεται και ήταν σαν να ευγνωμονεί, με πολλή σεμνότητα ένα θεό, για το θαύμα που είναι η ζωή. Τον συνόδευε ένα τουμπελέκι, που χτυπούσε ένας άλλος ζεϊμπέκης, στο μαγικό ρυθμό 9/8. 

Γιάννης Τσαρούχης - Μάνος Χατζιδάκης

Στα βουνά της Αλβανίας, κοντά στη Φτέρα, άκουσα για πρώτη φορά το ζεϊμπέκικο που τα λόγια του αρχίζουν ως εξής: Μέσα στης ζωής τα μονοπάτια, μπρος στ’ αρχοντικά σου σκαλοπάτια…
Είχα γνωρίσει ως τότε τα τραγούδια της Ρόζας Εσκενάζι και ήμουν θαμώνας της στο κέντρο της οδού Δώρου που, πολλές φορές, πήγαινα παρέα με τον βυζαντινολόγο Ξυγγόπουλο , τον Κόντογλου και άλλοτε με τον Τζούλιο Καΐμη. Μα το ζεϊμπέκικο που άκουσα στην Αλβανία ερχόταν από έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό, που μου απεκάλυπτε μια άλλη πλευρά του ανθρώπου. Το ζεϊμπέκικο και τα ρεμπέτικα υπήρχαν βέβαια, ήδη από το 1900 και οι μεγάλοι του ρεμπέτικου είχαν δημιουργήσει αριστουργήματα. Αλλά οι αστικές προκαταλήψεις είχαν βρει έναν τρόπο να το αποκρύψουν, ακόμη και απ’ αυτούς που τους ενδιέφερε. Όταν έφυγαν οι Γερμανοί και ήρθαν οι Εγγλέζοι με τους Έλληνες από τη Μέση Ανατολή, μαζί με το σουίνγκ άρχιζε να ανθίζει με μια νέα βλάστηση, και υπό νέο πνεύμα, το πανάρχαιο ζεϊμπέκικο.

Γιάννης Τσαρούχης - Βασίλης Τσιτσάνης 

Ο κεντρικός του ναός για μας τους Αθηναίους ήταν το κέντρο “Ο Μάριος” σ’ ένα σπίτι της οδού Ίωνος δεύτερο πάτωμα, όπου άκουσα για πρώτη φορά τον Τσιτσάνη. Η λέξη ναός δεν είναι υπερβολή. (…) Ο χαρακτήρας του ναού εδίδοντο και ενισχύονταν από την αυστηρότητα του διευθυντή που δεν επέτρεπε την παραμικρή σύγκρουση, πολύ περισσότερο το μεγάλο καβγά για παραγγελιές και άλλες ασήμαντες αφορμές. (…)
Παρά τους ενθουσιασμούς των ξένων επισήμων και ανεπισήμων, το ζεϊμπέκικο μένει κατιτί το ερμητικό στην ουσία του και είναι προσιτό, αληθινά προσιτό, μόνο σ’ αυτούς από τους Έλληνες που έχουν αληθινά ορφική μύηση. Λόγια φθαρμένα που δεν μπορούν να εκφράσουν την ουσία, για την οποία ο αμύητος μένει καχύποπτος.

Το έργο του Γιάννη Τσαρούχη. 

Πίνακες του Γιάννη Τσαρούχη. Μουσική, Μάνος Χατζιδάκις 

Ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας του ζωγράφου φαίνεται και στο έργο του. Η Ελλάδα και το Βυζάντιο είναι πάντα εμφανή στις δημιουργίες του. Μαγεμένος από τη βυζαντινή τέχνη, συνεργαζόταν συχνά με τον Κόντογλου. Δεν παρέλειψε, όμως και να σκηνογραφεί αρχαιοελληνικές τραγωδίες. Στους πίνακές του φαίνεται το μεγαλείο της ελληνικής παράδοσης, της ελληνικής λαογραφίας, αλλά και στοιχεία από την περιοχή που μεγάλωσε, τον Πειραιά. Πάντα προσπαθούσε να μάθει νέα πράγματα και τεχνικές. Ο ίδιος για το έργο του έχει πει: «Δύο είναι οι βασικές αναζητήσεις μου παρ΄όλες τις χίλιες διαφορές που παρουσιάζουν τα έργα μου μεταξύ τους. Η μία είναι νεοκλασική και προσπαθεί να αφομοιώσει το αρχαίο κλασικό ιδεώδες, όπως το εξέφρασε το Μπαρόκ και η Αναγέννηση. Η άλλη μου τάση είναι να εκφράσω όλες μου τις αντιρρήσεις για το ίδιο το ιδανικό μου». Αξίζει να σημειωθεί πως ο ζωγράφος ασχολήθηκε με το ζήτημα του ομοφυλοφιλικού έρωτα, που εμφανιζόταν κάπως συγκαλυμμένο σε ορισμένα έργα του. Αν και η εποχή ήταν πιο συντηρητική από σήμερα, ο Τσαρούχης και η θεματολογία του αντιμετωπίστηκαν με σεβασμό. 


Το 1956, ήταν υποψήφιος για το βραβείο Γκούγκενχαϊμ, ενώ μεταξύ των πολλών εκθέσεων που πραγματοποίησε, πήρε μέρος και στη Μπιενάλε της Βενετίας το 1958. Το 1981 ίδρυσε το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη κι έναν χρόνο αργότερα, το 1982, εγκαινιάστηκε το Μουσείο Γιάννη Τσαρούχη στο Μαρούσι, με σκοπό την  προβολή και τη μελέτη του έργου του. Πέθανε στις 20 Ιουλίου του 1989, σε ηλικία 79 ετών. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το ανέβασμα της θεατρικής παράστασης, «Ορέστης» του Ευριπίδη, που είχε αναλάβει. 

Παράλληλα με τη ζωγραφική ο Γιάννης Τσαρούχης ασχολήθηκε και με τη θεατρική σκηνοθεσία και μάλιστα από το 1928. Σχεδίασε σκηνικά και ενδυμασίες για τα θέατρα "Εθνικό" ή "Βασιλικό", "Κοτοπούλη", "Δημοτικό" Πειραιώς κ.ά. ειδικά πρόζας καθώς και για το κλασσικό έργο "Ρωμαίος και Ιουλιέττα" που ανεβάσθηκε το 1954, στο τότε Βασιλικό κήπο και σήμερα "Εθνικό".

Ο Γιάννης Τσαρούχης έμεινε στην ιστορία ως ο σύγχρονος Έλληνας καλλιτέχνης που έκανε γνωστή τη λαϊκή παράδοση και τη βυζαντινή τέχνη πέρα από τα ελληνικά σύνορα, με τη βοήθεια του Ιόλα, που τον ενέπνευσε να ζωγραφίσει νεοκλασικά κτίρια και ναύτες. Υπήρξε μία ανήσυχη προσωπικότητα που ποτέ δεν έπαψε να εργάζεται και να ασχολείται με την ουσία της ζωγραφικής τέχνης.

Επιμέλεια ανάρτησης : Άννα Γαλανού http://annagalanou.blogspot.gr/

Ευχαριστώ πάρα πολύ : 




Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

Ελληνική Γλώσσα

Οδυσσέας Ελύτης - Άξιον Εστί 
''Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνικὴ…''


Σύμφωνα με τον κατάλογο που παραθέτω παρακάτω, αφήνω τα συμπεράσματα σε σας. Απλά αναρωτιέμαι. Είναι πράγματι στόχος η λήθη της γλώσσας, μήπως δεν είναι ανάγκη να μάθουν οι Νεοέλληνες ούτε γραμματική, αλλά ούτε και να ασχοληθούν με τις ρίζες των λέξεων και την ετυμολογική τους σημασία; Και γιατί αυτό;
Έτσι όπως πάμε τα παιδιά μας θα μάθουν να γράφουν από το λεξικό της google, δηλαδή πολύ απλά δε θα μάθουν τίποτα…  


Λέξεις σύμφωνα με το λεξικό της google… και όχι μόνο δυστυχώς:

Μώλος ή Μόλος;
Μονόχνωτος ή Μονόχνοτος;
Γλυστρώ ή Γλιστρώ;
Μετανοιώνω ή Μετανιώνω;
Κοκκάλινος ή Κοκάλινος;
Περηφάνεια ή Περηφάνια;
Αλλοίμονο ή Αλίμονο;
Κολώνια ή Κολόνια;
Τραίνο ή Τρένο;
Βαρυέμαι ή Βαριέμαι;
Μακρυά ή Μακριά;
Μελαχροινός ή Μελαχρινός;
Γλυτώνω ή Γλιτώνω;
Νοιώθω ή Νιώθω;
Χλωμός ή Χλομός;
Κρεββάτι ή Κρεβάτι;
Ζήλεια ή Ζήλια;
Πορτραίτο ή Πορτρέτο;
Ξύδι ή Ξίδι;
Φτώχεια ή Φτώχια;
Παλληκάρι ή Παλικάρι;
Φλυτζάνι ή Φλιτζάνι;
Λυώνω ή Λιώνω;

Και η λίστα είναι ατέλειωτη πραγματικά. Μη σας κουράζω όμως...

Δεν είμαι γλωσσολόγος όμως καταλαβαίνω τι πάει να γίνει και μ’ ενοχλεί πολύ. Πιστεύω ότι ο στόχος είναι να καταργηθούν τα ομόηχα γράμματα κι ότι η γλώσσα μας οδεύει σταδιακά σ’ ένα ο, ένα ε, ένα ι. Σε πολλές περιπτώσεις έχουν ήδη καταργηθεί τα διπλά γράμματα διαφόρων λέξεων, οι φθόγγοι και ποιός ξέρει τι άλλο που δεν έχει πέσει στην αντίληψη μου.

Ίσως θέλουν να υιοθετηθεί μια λατινογενής γραφή με ελληνικούς χαρακτήρες… προς το παρόν.
Ίσως θέλουν σε λίγα χρόνια, να μιλάμε (αν μιλάμε) ελληνικά και να γράφουμε με λατινικούς χαρακτήρες.

Η εξέλιξη μιας γλώσσας, το λέω επειδή διάβασα υπερβολές σε κείμενα που βρήκα στη google, δε σημαίνει ότι καταργούμε τη προέλευση της γραφής της ούτε την ετυμολογία της.
Βλέπω όμως ότι προς τα εκεί πηγαίνει σταδιακά εδώ και αρκετά χρόνια.

Πρώτα καταργήθηκαν τα σημεία της στίξης, μετά ήρθε η απλούστευση φθόγγων (π.χ. αυγό – αβγό), η κατάργηση διπλών γραμμάτων (π.χ. κοκκάλινος - κοκάλινος) και στη συνέχεια τα ομόηχα φωνήεντα.

Μια υποψία, ότι στόχος είναι η λήθη της γλώσσας κι ότι δεν είναι ανάγκη να μάθουν οι Νεοέλληνες ούτε γραμματική, ούτε ν’ ασχοληθούν με τις ρίζες των λέξεων και την ετυμολογική τους σημασία, είναι υπαρκτή.
Σίγουρα όμως θα ασχοληθούν μ’ αυτά μεγάλα, ξένα Πανεπιστήμια που όλα έχουν έδρες Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας. Θα προκύψουν διδάκτορες της γλώσσας μας, μη Έλληνες ασφαλώς οι περισσότεροι, που θα περιοριστούν σε Ακαδημαϊκή καριέρα (συγγράμματα και διαλέξεις).

Τα παιδιά μας όμως δυστυχώς θα καταλήξουν να γράφουν σύμφωνα με το λεξικό της google, δηλαδή απλά δε θα μάθουν τίποτα. 

Κείμενο : Άννα Γαλανού